Ο ρόλος των ευρωπαϊκών ενόπλων δυνάμεων

(Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην τριμηνιαία έκδοση ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ, τ.75, 4ο τρίμηνο 2009

Δρ. Ιωάννης Παρίσης

Στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου το κύριο ενδιαφέρον της Δυτικής Ευρώπης από πλευράς ασφάλειας εστιαζόταν στη δυνατότητά της να αμυνθεί έναντι απειλής κατά του εδάφους των κρατών της. Υπήρχε μια σαφής γραμμή αντιπαράθεσης, εκατέρωθεν της οποίας ήταν αναπτυγμένες ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις. Το περιβάλλον ασφάλειας που διαμορφώθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο δημιούργησε  νέες μορφές απειλών και ανάλογες απαιτήσεις για την αντιμετώπισή τους.

Η ΕΕ δεν έχει αμυντικό προϋπολογισμό, αλλά η κάθε χώρα μέλος έχει το δικό της. Δεν έχει επίσης ενιαίο στρατό, ούτε ενιαίο οπλοστάσιο στη διάθεσή της. Έτσι, λοιπόν, δεν έχει τη δυνατότητα διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων ως Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ΕΠΑΑ είναι μια πολιτική η οποία μέσα στα τελευταία χρόνια, αρχίζοντας από το 2003, έχει αναλάβει πλέον των είκοσι επιχειρήσεων διαφόρων τύπων. Οι περισσότερες από τις αποστολές αυτές είναι μικρής έως μέτριας κλίμακας.

Ο ρόλος των ενόπλων δυνάμεων σε μία πολιτική ασφάλειας της ΕΕ[1] πρέπει να είναι ουσιώδης, δεδομένου ότι αυτές αποτελούν τον θεσμό στον οποίο στηρίζεται η ευρωπαϊκή στρατηγική. Κατά συνέπεια, η ΕΠΑΑ θα πρέπει να ενισχυθεί ώστε να καταστεί ικανή να ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις ασφάλειας που θα προκύψουν στο μέλλον. Ως ελάχιστη απαίτηση, η ΕΠΑΑ θα πρέπει να αποκτήσει περισσότερες δυνατότητες προκειμένου να αντιδρά στις απειλές. Αυτό όμως σημαίνει χρήματα, δηλαδή πιο ενισχυμένους προϋπολογισμούς άμυνας. Υπάρχει συνεπώς ανάγκη λήψης καταρχήν πολιτικών αποφάσεων από τους ηγέτες της ΕΕ και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών.[2]

 Η θεσμοθέτηση των αποστολών

Τον Ιούνιο του 1992, λίγους μήνες μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, οι υπουργοί εξωτερικών και άμυνας των χωρών της ΔΕΕ, η οποία αποτελούσε τότε τον αμυντικό βραχίονα της ΕE, καθόρισαν τις νέες αποστολές που θα αναλάμβανε ο οργανισμός αυτός. Στην Διακήρυξη του Πέτερσμπεργκ (Petersberg Declaration), στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, περιλήφθηκαν, μεταξύ  άλλων, οι αποστολές που θα ήταν δυνατόν να δοθούν στις στρατιωτικές δυνάμεις της ΕΕ. Η αντίστοιχη παράγραφος αναφέρει: «Πέραν της συνεισφοράς για την κοινή άμυνα, σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον και το άρθρο V της τροποποιημένης Συνθήκης των Βρυξελλών, στρατιωτικές μονάδες των κρατών μελών της ΔΕΕ, ενεργώντας υπό την ΔΕΕ, θα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για αποστολές ανθρωπιστικές και διάσωσης, αποστολές ειρηνευτικές και αποστολές χειρισμού κρίσεων, συμπεριλαμβανομένης και της επιβολής της ειρήνης».

Οι αποστολές Πέτερσμπεργκ καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος πιθανών αποστολών, από χαμηλής έως υψηλής έντασης επιχειρήσεις, από το Κεφάλαιο VI έως το Κεφάλαιο VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.[3] Στην πράξη, ωστόσο, η ΔΕΕ μόνο μερικώς και εμμέσως ενεπλάκη σε τέτοιες αποστολές, παρόλο που αυτές έγιναν ακόμη πιο συνήθεις κατά τη μεταψυχροπολεμική περίοδο. Από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας, οπότε καθιερώθηκε η ΕΠΑΑ, συνεχίζεται η χρήση των αποστολών που καθορίσθηκαν με την Διακήρυξη του Πέτερσμπεργκ και περιλήφθηκαν στο κείμενο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω των τροποποιήσεων που επήλθαν από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ του 1997. Όλα τα μέλη της ΕΕ αποδέχθηκαν αυτή την προκαταρκτική περιγραφή των αποστολών των δυνάμεων της ΕΕ.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας, προβλέπει τη διεύρυνση των αποστολών αυτών ώστε να ανταποκρίνονται στις σημερινές απαιτήσεις. Η σαφέστερη διατύπωση των αποστολών επιβλήθηκε από τις εξής εξελίξεις:[4]

  • Τη διακήρυξη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Σεβίλλης, τον Ιούνιο 2002, για την τρομοκρατία και την ΕΠΑΑ,
  • Τις συζητήσεις στην Συντακτική Συνέλευση του 2002, που εισήγαγε νέο ορισμό των αποστολών στο προσχέδιο της Συνταγματικής Συνθήκης,
  • Την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας που εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2003,
  • Τις διάφορες επιχειρήσεις της ΕΕ που εντωμεταξύ αναπτύχθηκαν και συνέβαλαν, μέσω της εμπειρίας που αποκτήθηκε, στην αποσαφήνιση των θεωρητικών διατυπώσεων. 

         Συγκεκριμένα, στο άρθρο 42.1 της νέας Συνθήκης, γίνεται αναφορά στη χρήση στρατιωτικών και μη στρατιωτικών μέσων από την Ένωση «σε αποστολές εκτός της Ένωσης προκειμένου να διασφαλίσει τη διατήρηση της ειρήνης, την πρόληψη των συγκρούσεων και την ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τις αρχές του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

         Το επόμενο άρθρο 43 αναφέρεται αποκλειστικά στις αποστολές. Στην παράγραφο 1 αυτού περιλαμβάνεται αναλυτικά το σύνολο των από-στολών της ΕΕ στα πλαίσια της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας: «Οι αποστολές του άρθρου 42, παράγραφος 1, κατά τις οποίες η Ένωση μπορεί να κάνει χρήση στρατιωτικών και μη στρατιωτικών μέσων, περιλαμβάνουν τις κοινές δράσεις αφοπλισμού, τις ανθρωπιστικές αποστολές και αποστολές διάσωσης, τις αποστολές με στόχο την παροχή συμβουλών και αρωγής επί στρατιωτικών θεμάτων, τις αποστολές πρόληψης των συγκρούσεων και διατήρησης της ειρήνης, τις αποστολές μαχίμων δυνάμεων που αναλαμβάνονται για τη διαχείριση των κρίσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται οι αποστολές αποκατάστασης της ειρήνης και οι επιχειρήσεις σταθεροποίησης μετά το πέρας των συγκρούσεων. Όλες οι αποστολές αυτές μπορούν να συμβάλλουν στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, μεταξύ άλλων με τη στήριξη τρίτων χωρών για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στο έδαφός τους.»

         Ειδικότερα, οι αποστολές που προστίθενται αναφέρονται στις κοινές δράσεις αφοπλισμού, τις αποστολές µε στόχο την παροχή συμβουλών και αρωγής επί στρατιωτικών θεμάτων, τις αποστολές πρόληψης των συγκρούσεων και, τις επιχειρήσεις σταθεροποίησης μετά το πέρας των συγκρούσεων.

Επιβαλλόμενες και απορρέουσες υποχρεώσεις 

Αναλύοντας τις αποστολές αυτές, διαπιστώνουμε ότι καλύπτουν τις ακόλουθες επιβαλλόμενες και απορρέουσες υποχρεώσεις[5]:

  • Πρόληψη συρράξεων, στα πλαίσια ανάλογων πολιτικών της ΕΕ, όπως η αμυντική διπλωματία, μέσω της οποίας επιδιώκεται η οικοδόμηση εμπιστοσύνης και η διακοπή εχθροπραξιών, καθώς και συμβολή στην ανάπτυξη δημοκρατικά ελεγχόμενων ενόπλων δυνάμεων.
  • Στρατηγική επαγρύπνηση, με την παροχή στους ηγέτες της ΕΕ της απαραίτητης πληροφόρησης, στον κατάλληλο χρόνο.
  • Ασφάλεια κατά την ειρηνική περίοδο, μέσω της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, του οργανωμένου εγκλήματος, της διασποράς όπλων και των ναρκωτικών, στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών χωρών. Επίσης, υποστήριξη των πολιτικών αρχών σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης όπως επιθέσεων κατά κρίσιμων ευρωπαϊκών υποδομών.
  • Ταχεία ανάπτυξη δυνάμεων, είτε για την υποστήριξη της ασφάλειας στο εσωτερικό των χωρών της ΕΕ, είτε ως μέρος της ευρωπαϊκής στρατηγικής κατά της τρομοκρατίας,
  • Επιχειρήσεις υποστήριξης ειρήνης, ανθρωπιστικές, καθώς και μη πολεμικές επιχειρήσεις, προς υποστήριξη των ευρωπαϊκών συμφερόντων, της διεθνούς τάξης και των ανθρωπιστικών αρχών,
  • Περιφερειακή σύγκρουση στο εσωτερικό της ΕΕ, ως αντίδραση σε πρόσκληση κράτους μέλους της Ένωσης που αντιμετωπίζει ανάλογη κατάσταση, ή εκτός της ΕΕ, σε περίπτωση που η σύγκρουση επηρεάζει την ευρωπαϊκή ή τη διεθνή ασφάλεια, στο πλαίσιο αποστολής που αναλαμβάνει η Ένωση. Οι επεμβάσεις αυτές ενδεχομένως να πραγματοποιούνται σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ,
  • Προληπτικές αποστολές σε παγκόσμιο επίπεδο, με σκοπό να αποτραπεί επίθεση στην Ευρώπη ή κατά των ευρωπαϊκών συμφερόντων από όργανα ή ομάδες της διεθνούς τρομοκρατίας, ενδεχομένως εξοπλισμένων με όπλα μαζικής καταστροφής,
  • Αποτροπή έναντι κρατών που διαθέτουν όπλα μαζικής καταστροφής συμπεριλαμβανομένων και των πυρηνικών.

Υπεράσπιση των ευρωπαϊκών συμφερόντων  

Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές κατηγορίες για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, οι οποίες επιβάλλουν ανάλογες προτεραιότητες και απαιτούν ανάλογα επίπεδα πολιτικής και στρατιωτικής αντίδρασης για την εξασφάλισή τους, τα οποία οφείλει να καθορίζει κατά περίπτωση η πολιτική ηγεσία της ΕΕ:

(1)      Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα ζωτικά συμφέροντα, εκείνα δηλαδή που είναι κρίσιμα για τη λειτουργία των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δομών της Ευρώπης. Σε περίπτωση που τα συμφέροντα αυτά απειληθούν θα πρέπει να προστατευτούν με όλους τους δυνατούς τρόπους, συμπεριλαμβανομένου του πλήρους φάσματος των στρατιωτικών δυνατοτήτων, ακόμη και της πυρηνικής αποτροπής. Μεταξύ των ζωτικών συμφερόντων συγκαταλέγονται η ενεργειακή ασφάλεια, η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και του διεθνούς εγκλήματος, η απαγόρευση της διασποράς όπλων μαζικής καταστροφής και η αποσόβηση και διαχείριση του κινδύνου των πανδημιών.

(2)      Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα στοιχειώδη συμφέροντα, τα οποία είναι μεν πολύ σημαντικά αλλά όχι κρίσιμα για τη λειτουργία των ζωτικών ευρωπαϊκών συστημάτων και δομών. Η προστασία των συμφερόντων αυτών κανονικά δεν απαιτεί, καταρχήν, τη χρησιμοποίηση όλης της κλίμακας των διπλωματικών και οικονομικών μέσων. Η στρατιωτική ισχύς μπορεί να χρησιμοποιηθεί εάν διαπιστωθεί ότι η απώλειά τους θα υπονομεύσει κάποια στιγμή ζωτικά συμφέροντα της Ένωσης. Μεταξύ των στοιχειωδών συμφερόντων της Ένωσης είναι και η σταθερότητα και ανάπτυξη της Αφρικής, μια και η κατάσταση στην αφρικανική ήπειρο έχει επίπτωση στην ασφάλεια και τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών χωρών, και η περιβαλλοντική ασφάλεια που κυρίως αναφέρεται στην μόλυνση του περιβάλλοντος, την παγκόσμια αλλαγή του κλίματος και την υπερθέρμανση του πλανήτη.

(3)      Η τρίτη κατηγορία αναφέρεται στα γενικά συμφέροντα στα οποία περιλαμβάνονται εκείνα που προσδιορίζουν τις προθέσεις ενός δρώντος να επέμβει στη διαμόρφωση της διεθνούς τάξης. Πρόκειται για επίσημους ή ανεπίσημους κώδικες συμπεριφοράς που κατευθύνονται από μακρόπνοους στόχους, οι οποίοι αναφέρονται στη μελλοντική θέση του διεθνούς περιβάλλοντος, ειδικά στη δομή του διεθνούς συστήματος, τους μελλοντικούς εχθρούς ή συμμάχους, την ηγεμονία ή την ανεξαρτησία, κλπ. Ως γενικά συμφέροντα αναφέρονται η ασφάλεια των πληθυσμών, σε συνδυασμό με τη σταθερότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, καθώς επίσης και η αποτελεσματική αντίδραση σε περιπτώσεις καταστροφών. Αξίζει να σημειωθεί ο κρίσιμος ρόλος των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνατοτήτων στη διεξαγωγή επιχειρήσεων ανθρωπιστικών και διάσωσης.

Η προστασία και η διασφάλιση των συμφερόντων αυτών θα είναι αξιόπιστη μόνο αν η σχέση μεταξύ του περιβάλλοντος ασφάλειας και των μέσων που απαιτούνται είναι αξιόπιστη έναντι φίλων και εχθρών, κάτι το οποίο αποτελεί κρίσιμη αδυναμία της Ευρώπης. Το γεγονός είναι ότι σήμερα καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είναι σε θέση μόνη της να εξασφαλίσει το στρατηγικό πλεονέκτημα που είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση της φύσης και της έκτασης των σύνθετων στρατηγικών αλλαγών. Παραδοσιακά οι Ευρωπαίοι έχουν την τάση να οργανώνονται γύρω από τρεις εναλλακτικές διακρατικές ομάδες: τη διατλαντική, την ευρωπαϊκή και κάποιες κατά περίπτωση διακρατικές σχέσεις. Μια ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή στρατηγική προσέγγιση δεν θα βελτιώσει απλά την οργάνωση των αποτελεσμάτων στην πράξη, αλλά επίσης θα ενισχύσει και θα επιταχύνει τις πολιτικές διαδικασίες παρέχοντας έναν οδηγό ή πλαίσιο για τη σύσφιξη της συνεργασίας μεταξύ κρατών και θεσμών.

Η ενεργειακή ασφάλεια

Ειδικότερα, σε ότι αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, αποτελεί ένα τομέα στον οποίο η ΕΠΑΑ αναμένεται να εμπλακεί ενεργά στο μέλλον, σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ, το οποίο έχει περιλάβει ανάλογες προβλέψεις στη στρατηγική του αντίληψη. Η μεγάλη σημασία των ενεργειακών πόρων της περιοχής της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής για την Ευρώπη, διατυπώνεται με σαφήνεια και στο κείμενο της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας: «Ιδιαίτερο μέλημα για την Ευρώπη είναι η ενεργειακή μας εξάρτηση. Η Ευρώπη αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως. Οι εισαγωγές καλύπτουν το 50% περίπου της κατανάλωσης ενέργειας σήμερα, ποσοστό που αναμένεται να φτάσει το 70% το 2030. Το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών ενέργειας προέρχεται από τον Περσικό Κόλπο, τη Ρωσία και τη Β. Αφρική.»

Η απειλή της τρομοκρατίας, αλλά και άλλοι παράγοντες που συνδέονται με την ενέργεια, αναμένεται να οδηγήσουν στην, κατά κάποιο τρόπο, «στρατικοποίηση» του τομέα της ενεργειακής ασφάλειας. Τέτοιοι παράγοντες μπορεί να είναι[6]:

1)        Η χρησιμοποίηση του ελέγχου επί των ενεργειακών πόρων, από κάποια κράτη,  ως όπλου πολιτικού εξαναγκασμού. Ότι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στην περιοχή του Καυκάσου και της Κασπίας, δίνει μία εικόνα της αντιπαράθεσης για τον έλεγχο της ενέργειας.

2)        Οι απειλές που προέρχονται από την τρομοκρατία και την πειρατεία στην παραγωγή και τη μεταφορά των ενεργειακών πόρων. Η προστασία των αγωγών, των εγκαταστάσεων και των πλοίων  μεταφοράς της ενέργειας από επιθέσεις τρομοκρατών, θα αποτελέσει στο μέλλον κύριο αντικείμενο ανησυχίας αλλά και αποστολών για τις στρατιωτικές δυνάμεις.

3)        Η αστάθεια στο εσωτερικό κάποιων κρατών και οι συγκρούσεις μεταξύ κρατών που παράγουν την ενέργεια και εκείνων που την εξάγουν. Σε κάποιες περιπτώσεις (π.χ. Νιγηρία) εθνικές και πολιτικές βιαιότητες και εγκληματικές δραστηριότητες απειλούν ένα μεγάλο ποσοστό της παραγωγής και διακίνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η αδυναμία διακυβέρνησης και επιβολής του νόμου σε κάποια κράτη που διαθέτουν ενεργειακούς πόρους μπορεί να απαιτήσει ακόμη και την έξωθεν στρατιωτική επέμβαση προκειμένου να επιβληθεί σταθερότητα και να διασφαλιστεί η ροή της ενέργειας.

Μέχρι το 2020 η ΕΕ θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με την ανάγκη να επεμβαίνει στρατιωτικά προκειμένου να προστατεύσει τους ενεργειακούς πόρους[7]. Ήδη, τα πεδία άντλησης και οι αγωγοί πετρελαίου της Νιγηρίας υφίστανται συστηματικές επιθέσεις από τοπικές δυνάμεις εχθρικές προς τη νιγηριανή κυβέρνηση. Η Αλγερία, που αποτελεί σημαντική πηγή φυσικού αερίου, υφίσταται από ετών σειρά σημαντικών τρομοκρατικών επιθέσεων. Οι ξένοι καθώς και οι αγωγοί αποτελούν στόχους.  Θα αναλάβει η ΕΕ στο μέλλον την ευθύνη να συμβάλει στην προστασία του εφοδιασμού της ενέργειας με στρατιωτικές δυνάμεις;  Πολλά κράτη μέλη της ΕΕ εμφανίζονται απρόθυμα να τοποθετήσουν στρατιωτικές μονάδες στη γραμμή του πυρός. Έτσι, η ΕΕ εστιάζει το ενδιαφέρον της κυρίως στην  οργάνωση και ενίσχυση των τοπικών δυνάμεων ασφάλειας αντί της ανάπτυξης δικών της στρατευμάτων[8]

Προσοχή: Επιτρέπεται η χρησιμοποίηση στοιχείων του άρθρου αυτού με την προϋπόθεση ότι θα αναγράφεται η προέλευσή τους ως βιβλιογραφική αναφορά.


[1]  Ευρεία ανάλυση επί του θέματος στο: Ιωάν. Παρίσης, Η Ευρώπη της Άμυνας, Αθήνα 2010.

[2]    Βλέπε σχετικά και στο “The strengths and weaknesses of the European security & defence policy”, Europe’s World, Summer 2007, σ. 97.

[3]  Τα Κεφάλαια VI και VII (άρθρα 33-51) του Χάρτη του ΟΗΕ, αναφέρονται στην ειρηνική επίλυση των διαφορών και στην  δράση έναντι απειλών κατά της ειρήνης, παραβιάσεων της ειρήνης και επιθετικών ενεργειών.

[4]  Martin Ortega, “Beyond Petersberg: missions for the EU military forces”, στο EU Security and Defence Policy – The first five years (1999-2004), Institute for Security Studies, Paris, 2004.

[5] Βλέπε και στο “Beyond 2010. European Grand Strategy in a Global Age”, Bertelsmann Stiftung, 2007.

[6] Βλέπε επίσης στο Global Trends 2025: A Transformed World, National Intelligence Council, USA, November 2008, σ. 66. 

[7]   Daniel Keohane & Tomas Valasek, Willing and able? EU defence in 2020, Centre for   European Reform, June 2008, σ. 11.

[8]   Σε μεγάλο βαθμό αυτό συμβαίνει ήδη στις ευρωπαϊκές ειρηνευτικές επεμβάσεις στην Αφρική, όπου η ΕΕ οργανώνει τον τομέα ασφάλειας και εκπαιδεύει το προσωπικό (security sector reform missions), ή διαθετει μεσα και πόρους για τις επιχειρήσεις που αναλαμβάνει η Αφρικανική Ένωση.

Advertisements
This entry was posted in Ένοπλες Δυνάμεις, Ευρωπαϊκή Ασφάλεια και Άμυνα and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s