Περί μισθού αποποιήσεως

Στις πρόσφατες συζητήσεις περί της εκκλησιαστικής περιουσίας, ακούσαμε μητροπολίτη νησιωτικής Μητρόπολης, γνωστό «θαμώνα» των καναλιών και του ραδιοφώνου, να παραπονείται , μεταξύ των άλλων, και για τις χαμηλές αποδοχές του: «..να σας πω ότι μετά από 35 χρόνια υπηρεσίας παίρνω 2.250 ευρώ;». Τραγικό να ακούει κανείς επίσκοπο, άνθρωπο δηλαδή ταγμένο σε ένα σκοπό, χωρίς βιωτικές μέριμνες, «εκπρόσωπο του Θεού» στη Γη, να μιλάει σαν τον τελευταίο συνδικαλιστή ή τον μισθωτό που πρέπει να ζήσει την οικογένειά του.

Όμως, όπως σε κάθε χώρο, έτσι και στην Εκκλησία, υπάρχουν δύο πλευρές ανθρώπων που την στελεχώνουν: εκείνοι που την εκθέτουν και εκείνοι που την προβάλλουν. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι, όπως συμβαίνει και με τους πολιτικούς, οι πρώτοι είναι οι πλέον τακτικοί  προσκεκλημένοι των καναλιών, αφενός διότι οι ίδιοι έχουν την επιθυμία της προβολής και της ακατάσχετης πολυλογίας, αφετέρου διότι οι αρμόδιοι των καναλιών εκτιμούν ότι αποτελούν ένα πρώτης τάξεως μέσο αύξησης της τηλεθέασης.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν πολλοί. Ανάμεσά τους ξεχώρισαν στα μέσα Μαρτίου δύο μητροπολίτες, οι οποίοι αποποιήθηκαν τον μισθό που λαμβάνουν από το Κράτος, ως μια συμβολική κίνηση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Πρόκειται για τους Μητροπολίτες Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαο και Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμο.  Βεβαίως αμφότεροι είναι γνωστοί για το έργο τους αλλά και για τον εκκλησιαστικό λόγο που εκφέρουν, που μαζί με κάποιους άλλους ξεχωρίζουν στο χώροτης ελλαδικής Εκκλησίας.

Για όσους γνωρίζουν δεν αποτελεί έκπληξη η στάση του κ. Νικολάου. Ήδη στον χειροτονητήριο λόγο του, στις 30/4/2004, είχε τονίσει:

«Εν γίνομαι πίσκοπος συνειδητ πιλέγω ς πρότυπο ζως ατ το μοναχο. Ατο πο χει ποκαταστήσει τ σκέψη μ τν προσευχή, τ ράματα μ τν θυσία, τ πιχειρήματα μ τ μακροθυμία. Μ ατν τ στόχο ξεκίνησα, μ τν διο κα θέλω ν ξοφλήσω τ πίγειο χρέος μου, μ ατν τν κληρονομι πιθυμ ν ταξιδεύσω τν αώνια πορεία μου. Γι τ λόγο ατόν, κφράζω δημόσια τν πιθυμία μου -κα πρς τος πολιτικούς μας ρχοντες- ν μν μ μεταχειρισθετε ς νώτατο δημόσιο πάλληλο μ μηνιαο μισθ κα δρο ορτν κα θερινν διακοπν, μ παραστάσεις σ δεπνα, δεξιώσεις, παρελάσεις κα γκαίνια. Λέξεις πως μισθός, σύνταξη, διοκτησία, σφάλεια ζως, διακοπές, προσωπικς φιλίες, τιμητικς διακρίσεις κ.λ.π., πο δν χουν καμία σχέση μ τ μοναχικ ζωή, θ θελα ν παραμείνουν ξένες πρς τ λεξιλόγιο τς προσωπικς μου πολιτείας. Στν καρδιά μου ντηχε πεποίθηση τι ερέας πρέπει ν εναι φτωχότερος π τος πιστος κα πίσκοπος φτωχότερος π τος ερες. Τ πρτο δν θ τ πιβάλλω σ κανέναν. Τ δεύτερο, μως, ποτελε γι μένα διαπραγμάτευτο ρο κα παράβατο στόχο ζως. Δν θ θελα ν πληρώνομαι, λλ μόνον ν ξοδεύομαι, οτε ν σφαλίζομαι στς πίγειες τράπεζες λλ στν γία Τράπεζα, οτε ν ξεκουράζομαι μακρι π τ βάσανα κα τος γνες το ποιμνίου μου στς μορφες γωνις ατο το κόσμου, λλ ν ναπαύομαι μέσα στ δρόσο τς καμίνου τν δοκιμασιν λων μας. ζω πο πιθυμ ν μ θυμίζει σ μεγαλοπρέπεια τν ες πίσκοπον χειροτονία μου, λλ σ λιτότητα κα ναζήτηση μυστικο βάθους τ μοναχικ κουρά μου.»

Τόσο ο χειροτονητήριος όσο και ο ενθρονιστήριος λόγοι του βρίσκονται εδώ: http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/nikolaos/index.htm

Η δήλωση του Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως έχει ως εξής: «Ανταποκρινόμενος στις ανάγκες της Πατρίδος μας και γνωρίζοντας ότι η φορολόγηση των επαρχιακών μητροπόλεών μας θα στερήσει την δυνατότητά μας να ανταποκρινόμαστε σε καθημερινά αιτήματα για βοήθεια που φθάνουν στα γραφεία μας, ζητώ κι εγώ – όπως ο σεβ. Μεσογαίας κ. Νικόλαος – την διακοπή πλήρως της μισθοδοσίας μου η οποία ανέρχεται στο ποσό των 2.054 ευρώ. Επαναφέρω πρόσφατη πρότασή μου να χαρίσει η Εκκλησία μας στο Κράτος όλες τις μετοχές που έχει στην Ε.Τ.Ε. Ο λαός μας και οι μητροπόλεις μας απ’ αυτό δεν θα βλαφτούν, όπως εξάλλου και δεν ωφελούνται, κι εμείς θα βγάλουμε από πάνω μας αυτή την ρετσινιά. Η φορολογία, όμως, των μητροπόλεών μας θα αποβεί σε βάρος του λαού μας. Η παρακράτηση της ιδικής μας μισθοδοσίας, είθε να συμβάλλει στην ανόρθωση των οικονομικών του κράτους μας».
Στη συνέχεια παραθέτουμε ένα σχετικό κείμενο του Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως, ο οποίος αναφέρεται στο γενικότερο πρόβλημα της Εκκλησίας στη σύγχρονη εποχή και «ταράζει» τα νερά σε αρκετά και σημαντικά θέματα.  Είναι βέβαιο ότι οι πρωτοπορειακές και σε μερικές περιπτωσεις ριζοσπαστικές θέσεις του θα προκαλέσουν την αντίδραση των κύκλων εκείνων που θέλουν την Εκκλησία δεμένη στον «βυζαντινισμό» και στη «σκουριά της Παράδοσης», όπως λέει ο κ. Άνθιμος. Τους φονταμενταλιστές της Ορθοδοξίας θα λέγαμε εμείς.

 Απολογία Περί μισθού αποποιήσεως

 Του Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμου

 Δεν με ενδιαφέρει να αποστομώσω όσους με κατηγόρησαν για λαϊκισμό, κρίνοντας έτσι την απόφασή μου να αποποιηθώ τον μισθό μου, αλλά οφείλω να εξηγηθώ στους αδερφούς μου που φαντάστηκαν ότι διάλεξα τον τρόπο αυτό, προκειμένου να διακριθώ από εκείνους με την αλαζονεία της πτωχείας. 
Η πράξη αποτελεί κραυγή αγωνίας μου σε μια κοινωνία που μας έριξε πλέον στο βούρκο της απαξίωσης. Εννοώ την ορθόδοξη ελληνική κοινωνία που δεν μας εκτιμά πια. Συγκεκριμένα, δεν εκτιμά τους επισκόπους, όχι τον «απλό παπά», όπως λέγεται και ξαναλέγεται.  

Δεν το καταλαβαίνουμε ότι το ειδικό μας βάρος έχασε την πυκνότητά του; Θα τολμούσαμε να ρωτήσουμε, τι σημαίνει για τον Έλληνα του σήμερα, ο επίσκοπος ως πνευματικός θεσμός;  

Δεν αισθανόμαστε ότι το πέρασμά μας αφήνει πίσω μας ένα συγκαταβατικό μειδίαμα; Είμαστε, όπως έλεγε ο Κλεμανσώ, σαν τον προστάτη ή σαν τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Όταν είναι ήσυχοι, κανείς δεν ασχολείται μ’ αυτούς, όταν αρχίσουν να δημιουργούν προβλήματα, επιβάλλεται η αφαίρεσή τους.  

Δεν βιώνουμε ότι οι χριστιανοί μας έρχονται στα γραφεία μας μόνο για διορισμούς ή μεταθέσεις; Συγγνώμη! έρχονται και για οικονομικά βοηθήματα, αφού είμαστε κάτοχοι αμύθητης περιουσίας! Κι όταν φύγουν από μας, επισκέπτονται χαρισματικούς φορείς για τα πνευματικά τους θέματα.  

Δεν αφουγκραζόμαστε ότι μας βλέπουν σαν αναπόσπαστο μέρος του διεφθαρμένου κράτους καθώς συναγελαζόμαστε με άρχοντες και μεγιστάνες και κατά συνέπεια θεωρούμαστε συμμέτοχοι των πράξεών τους; 

Δεν βαρεθήκαμε να «το παίζουμε» προϊστάμενοι ΝΠΔΔ και να προεδρεύουμε σε Δ.Σ., εκτιθέμενοι σε διενέργεια πλειοδοτικών-μειοδοτικών διαγωνισμών κ.λ.π. και χωρίς να διαθέτουμε καμία απολύτως εξειδίκευση πάνω σ’ αυτά; 

Δεν διαπιστώνουμε στα μάτια των επίσημων συνομιλητών μας την ανοχή και στα μάτια των απλών ανθρώπων την υποψία; 

Δεν εισπράττουμε από πολλούς, ότι θα προτιμούσαν να απουσιάζαμε από τη ζωή τους, μα, αν αυτό είναι αδύνατο, ας περιοριζόμαστε στο διακριτό μας ρόλο;  

Δεν νιώθουμε ότι είμαστε αναγκαίοι μεν, αλλά λιγότερο ενδιαφέροντες απ’ όσο νομίζουμε; 

Δίπλα μας δεν υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος νέων επιστημόνων, τεχνοκρατών, ανερχόμενων επιχειρηματιών, που δεν έχουν και δεν θέλουν να έχουν καμμιά σχέση με μας; 
Δεν ζούμε το θεολογικό και κοινωνικό επίπεδο του κλήρου μας; 

Δεν αντιληφθήκαμε τον σκεπτικισμό που διακατέχει τους νέους γονείς όταν αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο να μας πλησιάσουν τα παιδιά τους, στο ιερό βήμα, στα κατηχητικά, στις κατασκηνώσεις; 

Δεν μας προβληματίζει η εικόνα των μουχλιασμένων ενοριακών κέντρων αλλά και των θλιμμένων κατηχητικών σχολείων μας; 

Δεν οσφριζόμαστε ότι η συμβολή μας στις τοπικές κοινωνίες είναι μόνο πολιτιστική και κοινωνική; Το πρώτο ερμηνεύεται σαν συντήρηση της σκουριασμένης Παράδοσης, εξαντλήθηκε όμως η θεματολογία μας, συγκινεί μόνο όσους αναπολούν τα νειάτα τους, μα, αφήνει παγερά αδιάφορες τις νέες γενιές. Το δεύτερο, η πολυδιαφημισμένη κοινωνική μας παρέμβαση, που μας καθιστούσε, μέχρι τώρα, αναγκαίο δεκανίκι του Υπουργείου Υγείας – Πρόνοιας, αρχίζει πλέον να εκτοπίζεται από την εισβολή στο χώρο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, που κοστίζει μεν αλλά έχει επαγγελματισμό.  

Δεν μας ενοχλεί που στη Χώρα του 95% των Ορθοδόξων, δεν ζητείται ποτέ η γνώμη μας, για κανένα πνευματικό ζήτημα; Κι όταν η γνώμη μας αυθαίρετα εκφωνείται, τότε δεν θυμόμαστε, ότι την πληρώνουμε ακριβά με δημοσιοποίηση σκανδάλων μας;  

Δεν παρακολουθούμε ότι στον μεγάλο παιδαγωγό του λαού μας, εννοώ την δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση, ως πνευματικοί άνθρωποι εμφανίζονται οι καλλιτέχνες; Κληρικοί προσκαλούνται για να ανεβάσουν το θερμόμετρο σε τηλεοπτικά παράθυρα κι όχι σε σοβαρούς ολιγομελείς διαλόγους.  

Δεν μας θίγει η παρωδία του συν-εορτασμού της Κυριακής της Ορθοδοξίας και των συμβουλών που μας παρέχουν οι πολιτικοί μας στο πλατύσκαλο του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών; Και όταν έρθει η ώρα της φορολογίας, μας αντιμετωπίζουν σαν Εταιρεία. Δηλαδή, πέρασαν 2000 χρόνια δεν τους δώσαμε ακόμα να καταλάβουν τί είναι η Εκκλησία!    

Δεν διαβλέπουμε ότι η ελληνική κοινωνία, αργά αλλά σταθερά, ύπουλα, σιωπηλά αλλά μεθοδικά, αποχριστιανοποιείται; Και ‘μεις μένουμε στους ναούς με γέρους και γριές, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι επηρεάζουμε το εκλογικό σώμα;    

Δεν πάει ο νους μας στο ότι με τις σημερινές στατιστικές σταθερές, με τα κομπιούτερς αλλά και τις μισάνθρωπες ανώνυμες πληροφορίες μας, οι ενδιαφερόμενοι,  γνωρίζουν για μας περισσότερα οικονομικά και εσωτερικά μας, απ’ όσα φανταζόμαστε; 

Δεν πληροφορηθήκαμε ότι τα δημοσιογραφικά συρτάρια είναι γεμάτα από λιβελλογραφήματα και φωτογραφίες, έτοιμα να συγκροτήσουν εκπομπές για να μας φιμώσουν όταν ο λόγος μας βλάπτει ή να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη από ακανθώδη προβλήματά της; Ποιός από μας δεν άκουσε την φράση: «τα εκκλησιαστικά πουλάνε»; 

Μέχρι πότε θα είμαστε το μαξιλαράκι που θα απορροφά τους κραδασμούς των κυβερνητικών αδιεξόδων; 

Δεν διακριβώνουμε την ειδοποιό διαφορά: μέχρι πρόσφατα απειλούμαστε με χωρισμό από την Πολιτεία, ενώ τώρα το ζήτημα τίθεται ως «επαναπροσδιορισμός» των σχέσεών μας; 

Εξοβελίστηκε η παρέμβασή μας στην δημόσια Εκπαίδευση, καταστρέψαμε την εκκλησιαστική μας Εκπαίδευση, χάσαμε το Νοσοκομείο των Κληρικών που διαθέταμε, διαβλήθηκε η ηθική μας υπόσταση, αμφισβητήθηκε η διαχειριστική μας εντιμότητα, περιπαίχθηκε  ο προβληματισμός μας για τα εθνικά ζητήματα, πολεμείται η κοινωνική μας δραστηριότητα, σκανδαλίζουν τα άμφιά μας, συζητιούνται τα αυτοκίνητά μας, διατρανώθηκε ο δεσποτισμός μας έναντι των «απλών και αδύναμων παπάδων» μας.  

Δεν τα ζήσαμε όλα αυτά; Δεν τα είδαμε; Δεν τα βλέπουμε;  

Τί απαντήσαμε σ’ όλες αυτές τις μάχες που βιώνουμε; Πώς απαντήσαμε στα λάθη που πράξαμε; 

Με την εμμονή μας στην σκουριά της Παράδοσης (Τυπικό, μετάφραση λειτουργικών κειμένων, ράσα), με την αδυναμία μας να αποτινάξουμε τον βυζαντινισμό (μίτρες, λιτανείες, ξύλινη γλώσσα, ραγδαίες υποκλίσεις, ατέλειωτα χειροφιλήματα, φήμες, προσφωνήσεις), με την φοβία μας να παραδεχτούμε με ειλικρίνεια την ανθρωπότητά μας (φτάσαμε να μιλήσουμε οι ίδιοι για «κάθαρση»της Εκκλησίας μας).  Όλα αυτά αποδεικνύουν την δειλία μας να δοκιμάσουμε το βιώσιμο του Ευαγγελίου  στο σήμερα και το εφικτό, της κατά Χριστόν ζωής. Όλα αυτά αποδεικνύουν την απιστία μας στη δραστικότητα της Πίστεως.  

Για όλα αυτά χρειάζεται θάρρος, όχι θράσος. Προσεκτικότητα, όχι προκλητικότητα. Αποφασιστικότητα, όχι σπασμωδικότητα. 

Η αποποίηση του μισθού, πραγματική ή συμβολική, είναι ο διστακτικός, μοναχικός ανήφορος που θα μπορούσε να οδηγήσει σ’ ένα ξέφωτο αυτοπεποίθησης, απελευθέρωσης, αυτάρκειας, πληρότητας και εκκλησιαστικής μαρτυρίας.

Είναι αυτά που σαν όραμα τα χρειάζεται ο λαός μας σήμερα, προκειμένου να νιώσει, γιατί του είναι χρήσιμη η Εκκλησία του!

 

Advertisements
This entry was posted in Οικονομία, Πρόσωπα and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s