Οι παγίδες ενός πολέμου

Εξέγερση στον αραβικό κόσμο και στοχοποίηση του Καντάφι
Του SERGE HALIMI

Εδώ και αρκετούς μήνες, οι εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο ανακατεύουν τα χαρτιά της πολιτικής, διπλωματικής και ιδεολογικής τράπουλας στην περιοχή. Η καταστολή στη Λιβύη απειλούσε αυτή τη δυναμική. Και ο πόλεμος που διεξάγει η Δύση με την άδεια των Ηνωμένων Εθνών, μόλις εισήγαγε ένα δεδομένο με απρόβλεπτες συνέπειες.

Ακόμα κι ένα χαλασμένο ρολόι δείχνει την ακριβή ώρα δύο φορές την ημέρα. Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Βρετανία ανέλαβαν την πρωτοβουλία για μια απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας που επιτρέπει την προσφυγή στη βία κατά του καθεστώτος της Λιβύης, δεν αρκεί για να την απορρίψουμε εκ προοιμίου. Ενίοτε, ένα άοπλο επαναστατικό κίνημα το οποίο έρχεται αντιμέτωπο με ένα καθεστώς τρόμου αναγκάζεται να προσφύγει σε μια ελάχιστα ευυπόληπτη διεθνή αστυνομία. Ετσι όπως είναι επικεντρωμένο στη δική του δυστυχία, δεν θα αρνηθεί τη βοήθειά της, παραβλέποντας ότι η ίδια αγνοεί της εκκλήσεις άλλων θυμάτων, των Παλαιστινίων, για παράδειγμα. Θα ξεχάσει, μάλιστα, ότι είναι περισσότερο γνωστή ως δύναμη καταστολής παρά ως οργάνωση αλληλοβοήθειας.

Αλλά αυτό που, όπως ήταν λογικό, χρησίμευσε ως μπούσουλας στους εξεγερμένους της Λιβύης που βρίσκονταν σε ακραίο κίνδυνο, δεν φτάνει για να νομιμοποιήσει τούτο τον νέο πόλεμο που διεξάγουν οι δυτικές δυνάμεις σε αραβική γη. Η επέμβαση των χωρών μελών του ΝΑΤΟ συνιστά ένα αδιανόητο μέσο για την επίτευξη ενός επιθυμητού σκοπού (της πτώσης του Μουαμάρ Καντάφι). Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο μέσο απέκτησε την επίφαση του προφανούς, από τη στιγμή που ο καθένας καλείται να «επιλέξει» ανάμεσα στους βομβαρδισμούς της Δύσης και τη συντριβή των εξεγερμένων Λιβύων, οφείλεται μόνο στο ότι αποκλείστηκαν άλλες οδοί βοήθειας – όπως, επέμβαση ενίσχυσής τους από μια δύναμη αιγυπτιακή, παναραβική ή του ΟΗΕ.

Ομολογουμένως, το ιστορικό των στρατευμάτων της Δύσης δεν μας επιτρέπει να προσδώσουμε μια κάποια αξιοπιστία στα γενναιόδωρα κίνητρα τα οποία επικαλούνται σήμερα. Ποιος πιστεύει, εξάλλου, ότι τα κράτη, όποια κι αν είναι αυτά, αφιερώνουν τους πόρους τους και τους στρατούς τους στην επίτευξη δημοκρατικών στόχων; Η πρόσφατη ιστορία, άλλωστε, αρκεί για να μας υπενθυμίσει ότι, παρ’ όλο που οι πόλεμοι που χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο πρόσχημα επιτυγχάνουν τις πρώτες τους νίκες θεαματικά και με την αμέριστη συμβολή των ΜΜΕ στην προβολή τους, στη συνέχεια εξελίσσονται χαοτικά και αθόρυβα. Στη Σομαλία, στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, οι μάχες δεν έχουν σταματήσει, έστω κι αν το Μογκαντίσου, η Καμπούλ και η Βαγδάτη έχουν «πέσει» προ πολλού.

ΔΕΣΠΟΤΙΣΜΟΣ

Οι αντικαθεστωτικοί της Λιβύης θα προτιμούσαν, όπως οι τυνήσιοι και οι αιγύπτιοι γείτονές τους, να ανατρέψουν μόνοι τους μια δεσποτική εξουσία. Η στρατιωτική γαλλο-αγγλο-αμερικανική επέμβαση απειλεί να τους καταστήσει υπόχρεους κάποιων δυνάμεων που δεν νοιάστηκαν ποτέ για την ελευθερία τους. Βέβαια, η ευθύνη γι’ αυτή την τοπική εξαίρεση βαραίνει κατά κύριο λόγο τον Μουαμάρ Καντάφι. Χωρίς την κατασταλτική φρενίτιδα του καθεστώτος του, το οποίο πέρασε, μέσα σε 40 χρόνια, από την αντιιμπεριαλιστική δικτατορία στον φιλοδυτικό δεσποτισμό, και χωρίς τους φιλιππικούς του οι οποίοι εξομοιώνουν όλους τους αντιπάλους του με «πράκτορες της Αλ Κάιντα» και «ποντίκια που πληρώνονται για να προσφέρουν εκδούλευση σε ξένες υπηρεσίες», η πορεία της εξέγερσης της Λιβύης θα εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον λαό της.

Η απόφαση 1.973 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που επέτρεψε τον βομβαρδισμό της Λιβύης, ίσως αποτρέψει τη συντριβή μιας επανάστασης που έδειχνε καταδικασμένη σε αποτυχία εξαιτίας της έλλειψης στρατιωτικών μέσων. Δεν παύει, ωστόσο, να μοιάζει με έναν χορό υποκριτών. Διότι, αν αυτή τη στιγμή βομβαρδίζονται τα στρατεύματα του Καντάφι, αυτό δεν οφείλεται στο ότι είναι ο χειρότερος ή ο πιο αιμοσταγής δικτάτορας, αλλά γιατί συμβαίνει να βρίσκεται σε μειονεκτικότερη θέση από άλλους, χωρίς πυρηνικά όπλα και ισχυρούς φίλους που να μπορούν να τον προστατεύσουν από μια στρατιωτική επίθεση ή να τον υπερασπιστούν ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η επέμβαση που αποφασίστηκε εναντίον του επιβεβαιώνει ότι το διεθνές δίκαιο δεν έχει ξεκάθαρες αρχές, η παραβίασή των οποίων θα επέφερε παντού κυρώσεις.

Με το διπλωματικό ξέπλυμα ισχύει ό,τι και με το οικονομικό: ένα λεπτό αρετής αρκεί για να διαγράψει δεκαετίες φαυλότητας. Οπότε, ο γάλλος πρόεδρος βομβαρδίζει τον πρώην συνέταιρό του, στον οποίο επεφύλασσε θερμή υποδοχή το 2007, ενώ οι πάντες γνώριζαν τη φύση του καθεστώτος του. Αναγνωρίζουμε, ωστόσο, στον Σαρκοζί ότι δεν πρότεινε στον Καντάφι «την εμπειρία των δικών μας δυνάμεων ασφαλείας», η οποία προσφέρθηκε τον περασμένο Ιανουάριο στον τυνήσιο πρόεδρο Ζιν ελ Αμπιντίν Μπεν Αλι… Οσο για τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, «στενό φίλο» του Λίβυου Ηγέτη, ο οποίος επισκέφθηκε 11 φορές τη Ρώμη, ακολουθεί την αξιότιμη συμμαχία σέρνοντας τα πόδια του.

Μια πλειοψηφία γερόντων που αμφισβητούνται από το κύμα της δημοκρατίας εδρεύουν στην Ενωση Αραβικών Κρατών, η οποία ακολούθησε την κίνηση του ΟΗΕ προτού να υποκριθεί την έκπληκτη μόλις έπεσαν οι πρώτοι αμερικανικοί πύραυλοι. Η Ρωσία και η Κίνα είχαν τη δύναμη να αντισταθούν στην απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, να την τροποποιήσουν, προκειμένου να περιορίσουν την έκτασή της ή τους κινδύνους για κλιμάκωση. Αν το είχαν κάνει, δεν θα χρειαζόταν εν συνεχεία να «εκφράσουν τη λύπη τους» για τη χρήση βίας. Τέλος, για να λάβουμε μια πλήρη εικόνα για την ευθυκρισία της «διεθνούς κοινότητας» σε αυτή την υπόθεση, πρέπει να σημειώσουμε ότι η απόφαση 1.973 προσάπτει στη Λιβύη «αυθαίρετες συλλήψεις, βίαιες εξαφανίσεις, βασανιστήρια και ομαδικές εκτελέσεις», πράγματα τα οποία, φυσικά, δεν υπάρχουν ούτε στο Γκουαντάναμο, ούτε στην Τσετσενία, ούτε στην Κίνα…

Η «προστασία των αμάχων» δεν είναι απλώς μια αδιαμφισβήτητη απαίτηση. Επιβάλλει επίσης, σε περίοδο ένοπλης σύγκρουσης, τον βομβαρδισμό στρατιωτικών στόχων, δηλαδή στρατιωτών (συχνά πολιτών που εξαναγκάστηκαν να φορέσουν τη στολή…) που έχουν και οι ίδιοι αναμειχθεί με τους αμάχους. Από την άλλη μεριά, ο έλεγχος μιας «ζώνης αεροπορικού αποκλεισμού» σημαίνει ότι τα αεροπλάνα που την επιθεωρούν κινδυνεύουν να καταρριφθούν και οι πιλότοι τους να πιαστούν αιχμάλωτοι, πράγμα που στη συνέχεια θα δικαιολογήσει τη χρήση κομάντο ξηράς για την απελευθέρωσή τους (1). Μπορεί κανείς να εξωραΐσει όσο θέλει το λεξιλόγιο, δεν γίνεται όμως να βρίσκει διαρκώς ευφημισμούς για τον πόλεμο.

ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ

Διότι, σε τελική ανάλυση, ο πόλεμος είναι δουλειά εκείνων που τον αποφασίζουν και τον διεξάγουν και όχι εκείνων που τον επιθυμούν με το όνειρο ότι θα είναι σύντομος και χαρωπός. Το να καταστρώνεις σπίτι σου τα άψογα σχέδια ενός πολέμου δίχως μίσος και δίχως «ανωμαλίες» ακούγεται πολύ γοητευτικό, αλλά η στρατιωτική δύναμη στην οποία εμπιστευόμαστε την υλοποίηση του σχεδίου θα πράξει ανάλογα με τις κλίσεις της, τις μεθόδους και τις απαιτήσεις της. Τα πτώματα, δηλαδή, των λίβυων στρατιωτών που γαζώθηκαν κατά την υποχώρησή τους αποτελούν, όσο και τα χαρούμενα πλήθη της Βεγγάζης, συνέπεια της απόφασης 1.973 των Ηνωμένων Εθνών.

Οι προοδευτικές δυνάμεις όλου του κόσμου διχάστηκαν ως προς την υπόθεση της Λιβύης, ανάλογα με το αν έδωσαν έμφαση στην αλληλεγγύη τους απέναντι σε έναν καταπιεσμένο λαό ή στην αντίθεσή τους με έναν πόλεμο που διεξάγει η Δύση. Και τα δύο κριτήρια είναι αναγκαία, όμως δεν μπορούμε να έχουμε πάντα την απαίτηση να τα ικανοποιούμε συγχρόνως. Μένει, όταν πρέπει να επιλέξουμε, να ορίσουμε σε τι επιτρέπεται να υποβάλλει κανείς καθημερινά τον λαό του χάρη σε μια «αντιιμπεριαλιστική» ταμπέλα που απέκτησε στη διεθνή αρένα.

Στην περίπτωση του Καντάφι, η σιωπή διαφόρων κυβερνήσεων της λατινοαμερικάνικης αριστεράς (Βενεζουέλα, Κούβα, Νικαράγουα, Βολιβία) απέναντι στην καταστολή που διέταξε μας αποσυντονίζει, κυρίως λόγω του ότι η αντίσταση του Λίβυου Ηγέτη απέναντι στη «Δύση» είναι σκέτη βιτρίνα. Ο Καντάφι καταγγέλλει την «αποικιοκρατική συνωμοσία» της οποίας υποτίθεται πως είναι θύμα, το πράττει, όμως, αφού πρώτα έχει διαβεβαιώσει τις πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις ότι «συμμετέχουμε όλοι στον ίδιο αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Οι υπηρεσίες πληροφοριών μας συνεργάζονται. Εχουμε αλληλοβοηθηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια (2)».

Ο λίβυος δικτάτορας ισχυρίζεται εναλλάξ με τους Ούγο Τσάβες, Ντανιέλ Ορτέγα και Φιδέλ Κάστρο ότι η επίθεση της οποίας έγινε στόχος ερμηνεύεται από την επιθυμία για «έλεγχο του πετρελαίου». Μόνο που το εκμεταλλεύονται ήδη η αμερικανική εταιρεία Occidental Petroleum (Oxy), η βρετανική ΒΡ και η ιταλική ΕΝΙ. Πριν από μερικές εβδομάδες, εξάλλου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) χαιρετούσε «τις γενναίες μακροοικονομικές επιδόσεις της Λιβύης και την πρόοδό της στην ενίσχυση του ρόλου του ιδιωτικού τομέα (3)». Ο φίλος του Καντάφι, ο Μπεν Αλι, είχε δεχθεί παρόμοιους επαίνους τον Νοέμβριο του 2008 από τον γενικό διευθυντή του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος Καν, προσωπικά, ο οποίος είχε έρθει κατευθείαν από… την Τρίπολη (4).

Πάντως, η παλιά επαναστατική και αντιιμπεριαλιστική λάμψη του Καντάφι, η οποία ανανεώθηκε στο Καράκας και στην Αβάνα, διέφυγε από τον Αντονι Γκίντενς, τον θεωρητικό του μπλερικού «τρίτου δρόμου». Το 2007, ανακοίνωνε ότι η Λιβύη θα γινόταν σύντομα μια «Νορβηγία της βόρειας Αφρικής: εύπορη, ευνομούμενη και στραμμένη προς το μέλλον (5)». Βλέποντας την εκλεκτή λίστα των εύπιστων, πώς γίνεται να εξακολουθεί κανείς να πιστεύει ότι ο Καντάφι είναι τόσο τρελός όσο διατείνονται κάποιοι;

Πολλοί είναι οι λόγοι που εξηγούν το γιατί αρκετές αριστερές λατινοαμερικάνικες κυβερνήσεις έπεσαν έξω ως προς το άτομό του. Θέλησαν να δουν σε αυτόν τον εχθρό του εχθρού τους (των ΗΠΑ), αλλά αυτό από μόνο του δεν έπρεπε να είναι αρκετό για να τον κάνουν φίλο τους. Η ελλιπής πληροφόρηση για τη βόρεια Αφρική -ο Τσάβες λέει ότι ενημερώθηκε για την κατάσταση στην Τυνησία παίρνοντας τηλέφωνο τον Καντάφι… – τους οδήγησε στη συνέχεια να βρεθούν στον αντίποδα της «κολοσσιαίας καμπάνιας ψεύδους που ενορχηστρώθηκε από τα ΜΜΕ» (τάδε έφη Κάστρο). Πόσω μάλλον, όταν αυτή παρέπεμπε σε προσωπικές αναμνήσεις, οι οποίες όμως είναι συζητήσιμο κατά πόσον αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. «Δεν ξέρω γιατί όσα συμβαίνουν και συνέβησαν εκεί κάτω μου θυμίζουν Ούγο Τσάβες και 11η Απριλίου» δήλωσε ο πρόεδρος της Βενεζουέλας σχετικά με τη Λιβύη. Στις 11 Απριλίου του 2002, ένα πραξικόπημα που είχε την υποστήριξη των υποκινούμενων μέσων μαζικής ενημέρωσης είχε αποπειραθεί να τον ανατρέψει.

ΛΑΘΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Είναι κι άλλοι παράγοντες που οδηγούσαν σε μια εσφαλμένη ανάλυση της κατάστασης στη Λιβύη: μια μπερδεμένη ανάγνωση που σφυρηλατήθηκε μέσα από δεκαετίες ένοπλων επεμβάσεων και βίαιης αμερικανικής κυριαρχίας στη Λατινική Αμερική, το γεγονός ότι η Λιβύη βοήθησε τη Βενεζουέλα να εδραιωθεί στην Αφρική, ο ρόλος των δύο κρατών στους κόλπους του Οργανισμού Πετρελαιοπαραγωγών Εξαγωγέων Κρατών (ΟΠΕΚ) και των συνόδων Νότιας Αμερικής – Αφρικής (ASA), η γεωπολιτική εξόρμηση του Καράκας με στόχο την εξεύρεση των νέων διπλωματικών του ισορροπιών σε ό,τι αφορά τη σύναψη στενότερων σχέσεων μεταξύ των χωρών του Νότου.

Σε αυτούς πρέπει επίσης να προσθέσουμε την τάση του προέδρου Τσάβες να θεωρεί ότι οι διπλωματικοί δεσμοί της χώρας του επιφέρουν γι’ αυτόν μια σχέση προσωπικής εγγύτητας με τους αρχηγούς κρατών: «Ημουν φίλος του βασιλιά Φαχντ της Σαουδικής Αραβίας, είμαι φίλος του βασιλιά Αμπντάλα, ο οποίος ήταν εδώ στο Καράκας (…), φίλος του εμίρη του Κατάρ, του προέδρου της Συρίας, επίσης φίλου, που έχει έρθει κι αυτός εδώ, φίλος του Μπουτέφλικα (6)». Οταν το καθεστώς του Καντάφι («από χρόνια φίλου μου») εξαπέλυσε άγρια καταστολή κατά του λαού του, η πλάστιγγα στη ζυγαριά έγειρε υπέρ της φιλίας με την κακή έννοια. Ο Τσάβες έχασε οριστικά την ευκαιρία να παρουσιάσει τις εξεγέρσεις στην αφρικανική ήπειρο ως τα μικρά αδέρφια των κινημάτων της λατινοαμερικάνικης αριστεράς που τόσο καλά γνωρίζει.

Πέρα από τη συγκεκριμένη παρεκτροπή, η διπλωματία αντιπροσωπεύει αναμφίβολα τον τομέα όπου, σε όλες τις χώρες, ξεδιπλώνονται με τον πλέον εμφανή τρόπο τα ψεγάδια μιας μοναχικής άσκησης της εξουσίας που γίνεται με αδιαφανείς αποφάσεις, ελεύθερες από κάθε κοινοβουλευτικό έλεγχο και κάθε λαϊκή διαβούλευση. Οταν, επιπλέον, αυτή καμώνεται, όπως στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ότι υπερασπίζεται τη δημοκρατία μέσω του πολέμου, η αντίθεση αναγκαστικά μας ξαφνιάζει.

Ο λίβυος αρχηγός, αφού εξάντλησε, όχι χωρίς επιτυχία, το αντιδυτικό γεωπολιτικό του απόθεμα και το προοδευτικό επιχείρημα περί υπεράσπισης των φυσικών πόρων, δεν αντιστάθηκε για πολύ στον πειρασμό να πετάξει το τελευταίο χαρτί περί θρησκευτικής σύγκρουσης. «Οι μεγάλες χριστιανικές δυνάμεις έχουν επιδοθεί σε μια δεύτερη σταυροφορία κατά των μουσουλμανικών λαών, με πρώτο τον λαό της Λιβύης, με σκοπό να σβήσουν το Ισλάμ [από τον χάρτη]», δήλωνε στις 20 του Μαρτίου. Δεκατρείς μέρες νωρίτερα, πάντως, ο Καντάφι είχε συγκρίνει το κατασταλτικό του έργο με ένα άλλο που είχε θύματα 1.400 Παλαιστίνιους: «Ακόμα και οι Ισραηλινοί στη Γάζα χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν άρματα μάχης για να πολεμήσουν τέτοιους εξτρεμιστές. Κι εμείς κάνουμε το ίδιο (7)». Να κάτι που δεν έπρεπε να αυξήσει τη δημοτικότητα του Ηγέτη στον αραβικό κόσμο.

Αλλά ο τελευταίος παραλογισμός έχει τουλάχιστον ένα καλό. Υπενθυμίζει την πολιτική νοσηρότητα της προσέγγισης που αναπαράγει, αντιστρέφοντάς τη, τη νεοσυντηρητική θεματολογία των σταυροφοριών και των αυτοκρατοριών. Οι ξεσηκωμοί των Αράβων, για τον λόγο ότι περιλαμβάνουν στους κόλπους τους και κοσμικούς και πιστούς -στους οποίους αντιτίθενται τόσο οι κοσμικοί όσο και οι πιστοί- ίσως να αποτελούν την πένθιμη προαναγγελία ενός κηρύγματος που προβάλλεται ως αντιιμπεριαλιστικό ενώ είναι απλώς αντιδυτικό. Μέσα, μάλιστα, στην απέχθειά του για τη «Δύση» συγχέει ό,τι χειρότερο έχει αυτή να επιδείξει -την πολιτική των κανονιοφόρων, την περιφρόνηση για τους «ιθαγενείς», τους θρησκευτικούς πολέμους- με ό,τι καλύτερο έχει συνεισφέρει, από τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού ως την κοινωνική ασφάλιση.

Ο «ΟΡΙΕΝΤΑΛΙΣΜΟΣ»

Μόλις δύο χρόνια μετά την ιρανική επανάσταση το 1979, ο ακραίος σύριος διανοητής Σαντίκ Τζαλάλ Αλ-Αζμ ανέλυε λεπτομερώς, με στόχο να τα αντικρούσει, τα χαρακτηριστικά ενός «οριενταλισμού από την ανάποδη», ο οποίος, απορρίπτοντας την οδό του κοσμικού εθνικισμού και του επαναστατικού κομμουνισμού, καλούσε σε αγώνα κατά της Δύσης μέσω της επιστροφής στη θρησκευτική αυθεντικότητα. Οι βασικές αρχές αυτής της «πολιτισμικής» ανάλυσης, τις οποίες συνόψισε και εν συνεχεία υπέβαλε στην κριτική ο Ζιλμπέρ Ασκάρ, όριζαν ότι «ο βαθμός χειραφέτησης της Ανατολής δεν πρέπει και δεν μπορεί να προσμετράται με γνώμονα τις αξίες και τα κριτήρια «της Δύσης», όπως η δημοκρατία, το κοσμικό κράτος και η απελευθέρωση των γυναικών. Οτι η μουσουλμανική Ανατολή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με τα επιστημολογικά εργαλεία των δυτικών επιστημών. Οτι καμία αναλογία με τα δυτικά φαινόμενα δεν είναι ενδεδειγμένη. Οτι ο παράγοντας που κινητοποιεί τις μουσουλμανικές μάζες είναι πολιτισμικός, δηλαδή θρησκευτικός, και ότι η σημασία του ξεπερνάει τους οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες που καθορίζουν τις πολιτικές δυναμικές στη Δύση. Οτι η μόνη οδός που έχουν οι μουσουλμανικές χώρες προς την αναγέννηση περνάει μέσα από το ισλάμ. Τέλος, ότι τα κινήματα που κραδαίνουν το λάβαρο της «επιστροφής στο ισλάμ» δεν είναι αντιδραστικά ή οπισθοδρομικά, όπως τα αντιλαμβάνεται το δυτικό μάτι, αλλά αντιθέτως προοδευτικά, καθώς αντιστέκονται στη δυτική πολιτισμική κυριαρχία (8)».

Ισως μια τέτοια φονταμενταλιστική προσέγγιση της πολιτικής να μην έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη. Αλλά, από τότε που ξεκίνησε το σαρωτικό κύμα από την Τυνησία, νιώθουμε ότι η εγκυρότητά της αρχίζει να κλονίζεται από κάποιους αραβικούς λαούς οι οποίοι δεν θέλουν πλέον να τοποθετούνται «ούτε απέναντι στη Δύση ούτε στην υπηρεσία της (9)» και οι οποίοι το αποδεικνύουν βάζοντας στο στόχαστρό τους τόσο έναν σύμμαχο των ΗΠΑ (την Αίγυπτο) όσο κι έναν αντίπαλό τους (τη Συρία).

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ

Χωρίς να αμφισβητούν το γεγονός ότι η υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων, η ελευθερία της συνείδησης, η πολιτική δημοκρατία, ο συνδικαλισμός και ο φεμινισμός συνιστούν «δυτικές» προτεραιότητες με την επίφαση μιας απελευθερωτικής παγκοσμιότητας, ορισμένοι αραβικοί λαοί τις οικειοποιούνται για να τονίσουν την άρνησή τους απέναντι στον αυταρχισμό, τις κοινωνικές αδικίες και τα αστυνομικά καθεστώτα που εμποδίζουν τους λαούς τους να ενηλικιωθούν, ενώ στο τιμόνι τους βρίσκονται γερασμένοι ηγέτες. Και όλα αυτά, τα οποία θυμίζουν άλλα μεγάλα επαναστατικά κινήματα και τα οποία δράττουν μέρα με τη μέρα κοινωνικές και δημοκρατικές κατακτήσεις που αλλού θεωρούνται δεδομένες, τα επιχειρούν με ζωντάνια, τη στιγμή ακριβώς που η «Δύση» μοιάζει διχασμένη ανάμεσα στον φόβο της για παρακμή και στην παθητικότητά της απέναντι σε ένα νεκρωμένο πολιτικό σύστημα στο οποίο το όμοιο διαδέχεται το παρόμοιο, στην υπηρεσία των ιδίων.

Τίποτα δεν προεξοφλεί ότι η ζωντάνια και το θάρρος των Αράβων θα συνεχίσουν να κερδίζουν πόντους. Ηδη όμως μας φανερώνουν ανεξερεύνητες δυνατότητες. Το άρθρο 20 της απόφασης 1.973 του Συμβουλίου Ασφαλείας, για παράδειγμα, τονίζει ότι αυτό «δηλώνει αποφασισμένο να φροντίσει ώστε τα περιουσιακά στοιχεία (της Λιβύης), τα οποία έχουν παγώσει (σύμφωνα με την προηγούμενη απόφαση), να τεθούν μεταγενέστερα, μόλις αυτό καταστεί δυνατό, στη διάθεση του λαού της λιβυκής αραβικής Τζαμαχιρία και να χρησιμοποιηθούν για δικό του όφελος». Με αυτό τον τρόπο, θα ήταν δυνατό να παγώσουν τα οικονομικά περιουσιακά στοιχεία και να ξαναδοθούν στους πολίτες μιας χώρας! Ας στοιχηματίσουμε ότι κάποιοι θα συγκρατήσουμε το ακόλουθο δίδαγμα: τα Κράτη έχουν τη δύναμη να ικανοποιούν τους λαούς. Εδώ και μερικούς μήνες, ο αραβικός κόσμος μας θυμίζει άλλο ένα δίδαγμα με εξίσου καθολική ισχύ: οι λαοί έχουν τη δύναμη να ασκούν πιέσεις στα κράτη.

(1) Διαβάστε σχετικά στην ιστοσελίδα μας: «Libye: les enjeux d’ une zone d’ exclusion aerienne», του Philippe Leymarie, 7 Μαρτίου 2011 (http://blog.mondediplo.net/2011-03-07-Libye-Exclusion-disent-ils)

(2) Συνέντευξη στο «Journal du dimanche», Παρίσι, 6 Μαρτίου 2011.

(3) Βλ. «Le FMI tresse les lauriers a Kadhafi», «Le Canard enchaine», Παρίσι, 9 Μαρτίου 2011.

(4) «Strauss-Kahn – ou le genie du FMI – soutient Ben Ali!», http://www.dailymotion.com/video/xgkt4x_strauss-kahn-ou-le-genie-du-fmi-soutient-ben-ali_news

(5) Anthony Giddens, «My chat with the colonel», «The Guardian», Λονδίνο, 9 Μαρτίου 2007.

(6) «Chavez: «Nos oponemos rotundamente a las pretensiones intervencionistas en Libia»», http://www.aporrea.org

(7) «Συνέντευξη Καντάφι 07/03/2011 για το κανάλι france24 part 2/2», Dailymotion.

(8) Gilbert Achcar, «L’orientalisme a rebours: de certaines tendances de l’orientalisme francais apres 1979», «Mouvements», no 54, 2008/2, La Decouverte, Παρίσι.

(9) Βλ. Alain Gresh, «Ce que change le reveil arabe», «Le Monde Diplomatique», Μάρτιος 2011. Σε μια ομιλία του στις 19 του περασμένου Μαΐου, ο γενικός γραμματέας της λιβανέζικης Χεσμπολάχ, Χασάν Νασράλα, εξέφρασε την άποψη ότι «κάθε υπόνοια ότι η Αμερική κατασκευάζει, κατευθύνει, προκαλεί ή εξαπολύει τις (αραβικές) επαναστάσεις είναι άδικη γι’ αυτούς τους λαούς και ψευδής».

Πηγή: Ελευθεροτυπία

Advertisements
This entry was posted in Γεωπολιτική and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s