20 Χρόνια από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ του Συνδέσμου Επιτελών Εθνικής Άμυνας, τ. 105 (Σεπ. 2013), σελίδες 65-69. ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ ΤΕΥΧΟΣ 105 (Τ)
 
Η διάσταση της Εξωτερικής Πολιτικής, της Ασφάλειας και της Άμυνας

Δρ. Ιωάννης Παρίσης, Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης/Διεθνών Σχέσεων

euro-troops

Την 1η Νοεμβρίου 2013 συμπληρώνονται 20 χρόνια από τότε που τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, περισσότερο γνωστή ως Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία είχε υπογραφεί στις 7 Φεβρουαρίου 1992 από τα τότε 12 κράτη που συναποτελούσαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ένα από τα κύρια αντικείμενα της νέας συνθήκης ήταν η ανάπτυξη της πολιτικής και αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών μελών. Οι 12 εταίροι αποφάσισαν να επεκτείνουν τις πολιτικές που αφορούσαν στην Κοινή Αγορά και την οικονομική τους συνεργασία,  με την καθιέρωση σε διακυβερνητική βάση μιας Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) καθώς και ευρύτερης συνεργασίας στους τομείς της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων.[1]

Η Ευρώπη στο Μεταψυχροπολεμικό Περιβάλλον Ασφάλειας

Για αιώνες, οι λαοί και τα κράτη στην ευρωπαϊκή ήπειρο διεξήγαγαν μεταξύ τους πολέμους, με εκατομμύρια θύματα και ανυπολόγιστες καταστροφές. Αίμα και μίσος χώριζαν αρκετά ευρωπαϊκά κράτη. Τα καταστροφικά αποτελέσματα των δύο πολυαίμακτων παγκοσμίων πολέμων του 20ου αιώνα και η εξασθένηση της θέσης της Ευρώπης στο παγκόσμιο περιβάλλον, αποτέλεσαν την αφορμή για ωριμότερες σκέψεις σχετικά με το μέλλον της ηπείρου. Έγινε κατανοητό ότι μόνο η ειρηνική και συντονισμένη δράση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ισχυρή και ενωμένη Ευρώπη. Παρά τις δυσκολίες, η αρχή έγινε με την συγκρότηση μιας κοινότητας άνθρακα και χάλυβα και συνεχίστηκε με άλλες πρωτοβουλίες στο οικονομικό καταρχήν πεδίο και στη συνέχεια στα πεδία της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας.

Οι γεωπολιτικές αλλαγές που έλαβαν χώρα στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου, δημιούργησαν ένα νέο περιβάλλον ασφάλειας, ανέδειξαν όμως και νέους παράγοντες αστάθειας. Το μεταψυχροπολεμικό περιβάλλον χαρακτηριζόταν από διαρκώς πιο ανοικτά σύνορα και εξάπλωση της δημοκρατίας σε χώρες και λαούς που την είχαν στερηθεί για δεκαετίες ή και αιώνες. Ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές δεν είχαν πάντοτε θετικά αποτελέσματα, αφού, για παράδειγμα, έδωσαν τη δυνατότητα σε μη κρατικές ομάδες να αποκτήσουν ρόλο στις διεθνείς υποθέσεις, έχοντας, σε κάποιες περιπτώσεις, στη διάθεσή τους σημαντικά μέσα καταστροφής.

Στον ευρωπαϊκό χώρο, η συνεργασία που είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1950 ως οικονομική κοινότητα (ΕΟΚ) – αλλά κατά βάση και ως κοινότητα ασφάλειας, μέσω της οικονομικής ισχύος και αλληλεξάρτησης – απέκτησε νέα δυναμική. Ως Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) πλέον, προχώρησε σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες προκειμένου να επεκτείνει τη συνεργασία των μελών της στους τομείς της κοινής εξωτερικής πολιτικής, της ασφάλειας και της άμυνας. Απώτερος στόχος ήταν να αποκτήσει η Ένωση δυνατότητα αυτόνομης παρουσίας – πολιτικής και στρατιωτικής – στην παγκόσμια σκηνή.

Η ΕΕ αναδύθηκε μέσα στο διεθνές περιβάλλον και τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου. Κύριο χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος αυτού ήταν η διαμόρφωση νέων πόλων ισχύος, με την ύπαρξη μιας μόνης παγκόσμιας υπερδύναμης, που προήλθε κυρίως από την διάλυση και την επακόλουθη απώλεια ισχύος του μέχρι τότε αντιπάλου της δέους, της Σοβιετικής Ένωσης. Παράλληλα, η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων, η δημιουργία πολλών νέων κρατών, η εμφάνιση εθνικιστικών εντάσεων, εμφυλίων συγκρούσεων και θρησκευτικών φανατισμών οδήγησαν στη δημιουργία ενός μάλλον ασταθούς περιβάλλοντος.

Η ΕΕ αποτελεί πλέον μια οντότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, με πολλά μεν προβλήματα και δυσκολίες, αλλά και επιτυχίες που την καθιστούν ζηλευτή από τρίτες χώρες και άλλες παγκόσμιες δυνάμεις. Για περισσότερο από μισό αιώνα οι ευρωπαϊκοί λαοί απολαμβάνουν την ειρήνη. Μαζί με την Βόρεια Αμερική και την Ιαπωνία, η ΕΕ αποτελεί μία από τις τρεις περισσότερο ευημερούσες περιοχές του πλανήτη. Ωστόσο, πέρα από τα σύνορά της βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κόσμο ασταθή και ταχέως μεταλλασσόμενο.

Παρατηρώντας τον χάρτη μπορούμε να δούμε μια «ζώνη ειρήνης» που απλώνεται από τις δυτικές ακτές της Ιρλανδίας έως την ανατολική Μεσόγειο και από τον αρκτικό κύκλο έως το Στενό του Γιβραλτάρ. Γύρω από αυτή την ευρωπαϊκή ζώνη (που αριθμεί πλέον των 450 εκατομμυρίων πολιτών) υπάρχει μια άλλη ζώνη «ευρωπαϊκής επιρροής», περισσοτέρων του 1 δισεκατομμυρίου ανθρώπων που μοιράζονται μαζί της χερσαία και θαλάσσια σύνορα ή στενά δεμένων με την Ένωση, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό τους εταίρο και τη μεγαλύτερη πηγή πιστώσεων, ξένων επενδύσεων και αναπτυξιακής βοήθειας.

Η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης

Η πρώτη προσπάθεια για τη δημιουργία μιας διευρωπαϊκής συνεργασίας έγινε το 1948, με την υπογραφή της Συνθήκης των Βρυξελών, με την οποία ιδρύθηκε ο ομώνυμος οργανισμός (Brussels Organization Treaty – ΒΟΤ)[2]. Η Συνθήκη αυτή υπεγράφη στις 17 Μαρτίου 1948 από το Βέλγιο, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία. Τον Σεπτέμβριο του 1948 τα πέντε αυτά μέλη της Συνθήκης των Βρυξελών αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα στρατιωτικό οργανισμό με την ονομασία Western Union Defence Organization.[3] Ωστόσο, η δημιουργία του ΝΑΤΟ υπήρξε η κύρια αιτία που ο πρώτος αυτός ευρωπαϊκός αμυντικός οργανισμός τελικά ατόνησε.

Οι Συνθήκες που υπογράφηκαν στη δεκαετία του 1950 – Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και ΧάλυβαΕΚΑΧ (1952)[4], Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα – ΕΟΚ (1957) και τέλος Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας – Euratom (μαζί με την ΕΟΚ)– από έξι αρχικά χώρες (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Ολλανδία) αντικατοπτρίζουν τις προσπάθειες των ευρωπαϊκών κρατών για συνεργασία και ειρηνική συμπόρευση. Στον τομέα της άμυνας η Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα (ΕΑΚ) αποτέλεσε μία από τις πρώτες προσπάθειες (1952-54) για την απόκτηση αμυντικής αυτονομίας από τις ευρωπαϊκές χώρες, μετά την εμπειρία του Β’ΠΠ, χωρίς όμως να φθάσει στην υλοποίηση.

Εντωμεταξύ, η Συνθήκη των Βρυξελών του 1948, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τη Συμφωνία των Παρισίων («Τροποποιημένη Συνθήκη των Βρυξελών»), στις 23 Οκτωβρίου 1954, οπότε υπογράφηκε το σχετικό πρωτόκολλο, στο άρθρο VIII παρ. 1 και 2, του οποίου αναφέρεται για πρώτη φορά η ίδρυση της Δυτικο-Ευρωπαϊκής Ένωσης (create a Council (…) known as the Council of Western European Union…”). Έγιναν, επίσης,  δεκτές ως μέλη οι πρώην εχθροί – Γερμανία και Ιταλία. Έκτοτε, και για τριάντα περίπου χρόνια, δεν έγινε καμιά σοβαρή κίνηση προς την κατεύθυνση της κοινής άμυνας. Στις δεκαετίες που πέρασαν από την ίδρυσή της, η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ) βρισκόταν σε πλήρη αδράνεια, αφού δεν υπήρχαν οι κατάλληλες πολιτικο-στρατιωτικές προϋποθέσεις που θα της επέτρεπαν να αναπτύξει δράση.

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, μετά την αποτυχία της ΕΑΚ το 1954, η εξωτερική πολιτική, η πολιτική ασφάλειας και ειδικότερα η αμυντική πολιτική, δεν θεωρούνταν ως μέρη των πολιτικών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η όλη δομή και λειτουργία τους υπογράμμιζε κυρίως τον οικονομικό παρά τον πολιτικό τους χαρακτήρα. Από το 1970 αναπτύχθηκε η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (European Political Cooperation – ΕPC) μεταξύ των υπουργών εξωτερικών των κρατών μελών, η οποία το 1986 ενσωματώθηκε στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (Single European ActSEA), όπου εισήχθη επίσης ο όρος «ασφάλεια», αλλά μόνο σε σχέση με τις οικονομικές επιπτώσεις του.

Η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας δεν άλλαξε σημαντικά την κατάσταση. Η ύπαρξη και λειτουργία του ΝΑΤΟ  και η παρουσία, έστω και σε δεύτερη μοίρα, της ΔΕΕ, φαίνεται ότι κάλυπταν τις ανάγκες – ή τουλάχιστον τις ανησυχίες – των ευρωπαϊκών χωρών.  Το 1992 – δηλαδή αμέσως μετά το πέρας της ψυχροπολεμικής εποχής – με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η ΔΕΕ «αφυπνίζεται» πλήρως, με  την πρόθεση να «αναπτυχθεί ως αμυντική συνιστώσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε μέσο ενίσχυσης του ευρωπαϊκού σκέλους της Ατλαντικής Συμμαχίας».

Η Διακήρυξη του Πέτερσμπεργκ (Petersberg Declaration), του Ιουνίου 1992, κατά τη Σύνοδο Κορυφής της ΔΕΕ στη Βόννη, έδωσε τη δυνατότητα συγκρότησης πολυεθνικών σχηματισμών, από τα κράτη μέλη της Ένωσης, καθώς και προσχώρησης νέων μελών, καθορίζοντας επίσης, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των χωρών μελών, ανάλογα με τη σχέση τους προς τον οργανισμό. Επιπλέον, η Διακήρυξη του Πέτερσμπεργκ καθόρισε τις αποστολές που θα ήταν δυνατόν να δοθούν στις στρατιωτικές δυνάμεις της ΔΕΕ. Στην πράξη, ωστόσο, η ΔΕΕ μόνο μερικώς και εμμέσως ενεπλάκη σε τέτοιες αποστολές, παρόλο που αυτές έγιναν ακόμη πιο συνήθεις κατά τη μεταψυχρο-πολεμική περίοδο.  

Εντωμεταξύ το ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας άλλαξε δραματικά με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η Γερμανία επανενώθηκε, η Τσεχοσλοβακία διαιρέθηκε, και στα ερείπια δύο ολοκληρωτικών ομοσπονδιών (ΕΣΣΔ και Γιουγκοσλαβίας) σχηματίσθηκαν ή επανεμφανίσθηκαν είκοσι νέα κράτη. Επιπλέον, οι πολεμικές συγκρούσεις στη Γιουγκοσλαβία κατέδειξαν με δραματικό τρόπο ότι η ειρήνη ήταν επισφαλής στη μεταψυχροπολεμική Ευρώπη, ότι οι Ευρωπαίοι δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σε μια κοινή εξωτερική πολιτική για την αντιμετώπιση μιας κρίσης σε ευρωπαϊκό έδαφος, ότι δεν υπήρχε η βούληση στρατιωτικής παρέμβασης και ότι τελικά, με δυσκολία μπορούσαν να ανταποκριθούν στην αποστολή δυνάμεων για την υποστήριξη της ειρήνης.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έφερε, μεταξύ των άλλων, και την προοπτική της διεύρυνσης της ΕΕ προς ανατολάς, θέτοντας δύο σύνθετα ζητήματα: πρώτον, τη διαχείριση της βαθμιαίας ένταξης των ανατολικών κρατών τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στην Ένωση, που ολοκληρώθηκε πάνω από μια δεκαετία αργότερα, και δεύτερον, την περαιτέρω ολοκλήρωση της Ένωσης ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει αποτελεσματικά υπό τις νέες συνθήκες. 

Εξωτερική Πολιτική, Ασφάλεια και Άμυνα

Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιερώθηκε η ΚΕΠΠΑ ως ένας εκ των τριών πυλώνων της Ένωσης. Στην πράξη αποτέλεσε το πλαίσιο που θα επέτρεπε στην ΕΕ να ανταποκριθεί στις ελπίδες που γέννησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και στις νέες προκλήσεις που ανέδειξαν οι ανατροπές που σημειώθηκαν στο  διεθνές περιβάλλον, με τη συνακόλουθη αστάθεια σε περιοχές που γειτονεύουν με την Ένωση. Ο στόχος της ΚΕΠΠΑ είναι, να καταστήσει την ΕΕ ικανή να παρουσιάσει μια ισχυρή και ενιαία θέση και να δράσει αποτελεσματικά για τα συμφέροντά της και, γενικά, για τα συμφέροντα της διεθνούς κοινότητας.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, η αμυντική διάσταση της ΚΕΠΠΑ ήταν περιορισμένη και στηριζόταν στο ΝΑΤΟ και τη ΔΕΕ. Σημαντικός αριθμός τροποποιήσεων εισήχθησαν το 1997 με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, και από τότε υπήρξε ανάλογη πρόοδος στα θέματα της ΚΕΠΠΑ. Στη Συνθήκη του Άμστερνταμ περιλήφθηκε δήλωση της ΔΕΕ σχετικά με το ρόλο της και τις σχέσεις της με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, στην εισαγωγή της οποίας αναφέρεται ότι «…είναι ανάγκη να αναπτυχθεί μια αυθεντική ευρωπαϊκή ταυτότητα ασφάλειας και άμυνας και να αναλάβει η Ευρώπη μεγαλύτερες ευθύνες για τα αμυντικά θέματα (…)».

Η ιδέα της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας ασφάλειας και άμυνας προήλθε από μια διπλή διαπίστωση: Πρώτον, ότι, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα περιβάλλον το οποίο χαρακτηριζόταν από πολλές εστίες αποσταθεροποίησης. Δεύτερον, ότι, η σχετική μείωση της δέσμευσης των Ηνωμένων Πολιτειών στον τομέα της ευρωπαϊκής άμυνας, δημιούργησε ένα κενό το οποίο η Ευρώπη δεν ήταν σε θέση να καλύψει. Με τη Συνθήκη της Νίκαιας, το 2001, εισήχθησαν αρκετές τροποποιήσεις και νέα στοιχεία που αφορούν στην ΚΕΠΠΑ, ενώ με τις τροποποιήσεις που εισήγαγε η Συνθήκη της Λισαβόνας (2007) η ΚΕΠΠΑ έλαβε πληρέστερη μορφή, με στόχο να καταστεί αποτελεσματικότερη.

         Με σκοπό την προώθηση της δυνατότητας της Ευρώπης να παίξει ένα περισσότερο αποτελεσματικό ρόλο για την ασφάλειά της και παράλληλα για την ενίσχυση του ΝΑΤΟ, συναντήθηκαν στις 3-4 Δεκεμβρίου 1998 στο St Malo (Γαλλία), οι ηγέτες της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Στη διακήρυξη που υπέγραψαν αναγνώρισαν τις αλλαγές που έχουν επέλθει στο περιβάλλον ασφάλειας και κάλεσαν την Ένωση να προχωρήσει στην ανάπτυξη της δυνατότητας αυτόνομης δράσης καθώς και των μέσων που απαιτούνται για το σκοπό αυτό.[5] Για πρώτη φορά, οι αμυντικές επιδιώξεις της Ευρώπης αντιμετωπίστηκαν με τη στρατιωτική έννοια παρά με θεσμικού τύπου λεπτομέρειες.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας, τον Ιούνιο του 1999, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας και στις αποστολές διαχείρισης κρίσεων, επισημαίνοντας ότι: «… προτιθέμεθα να δώσουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα αναγκαία μέσα και το δυναμικό για να αναλάβει τις ευθύνες της για μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας». Στη συνέχεια αναφέρεται ότι «…η Ένωση πρέπει να έχει την ικανότητα αυτόνομης δράσης, στηριζόμενη σε αξιόπιστες στρατιωτικές δυνάμεις, τα μέσα για τη λήψη απόφασης χρησιμοποίησής τους και την απαιτούμενη προς τούτο ετοιμότητα, ώστε να αντιδρά στις διεθνείς κρίσεις, με την επιφύλαξη των δράσεων του ΝΑΤΟ. Η ΕΕ θα αυξήσει με τον τρόπο αυτό την ικανότητά της να συμβάλλει στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια σύμφωνα με τις αρχές του χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

Επίσης, στην Κολωνία, αποφασίστηκε η μεταφορά των επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων της ΔΕΕ στην ΕΕ, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και  Άμυνας (ΕΠΑΑ) European Security and Defence Policy (ESDP).  Για το σκοπό αυτό, τα επικουρικά όργανα της ΔΕΕ -το Ινστιτούτο Μελετών για την Ασφάλεια και το Δορυφορικό Κέντρο- εγκατέλειψαν το πλαίσιο της ΔΕΕ την 1η Ιανουαρίου 2002 και κατέστησαν υπηρεσίες της ΕΕ.[6] Τον επόμενο Δεκέμβριο, στα Συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής του Ελσίνκι έγινε εκτενής αναφορά στην ΕΠΑΑ και στην απόκτηση, από την ΕΕ, δυνατότητας τόσο στρατιωτικής όσο και μη στρατιωτικής διαχείρισης κρίσεων. Παράλληλα, τέθηκε ως Κύριος Στόχος (Headline Goal), η δημιουργία Ευρωπαϊκής Δύναμης Ταχείας Αντίδρασης, για την ανάληψη αποστολών τύπου Πέτερσμπεργκ.

Το 2003 ήταν το έτος που ξεκίνησε η ανάληψη από την ΕΕ επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων στο πλαίσιο της ΕΠΑΑ. Η αρχή έγινε με μία μη στρατιωτική επιχείρηση, την European Union Police Mission (EUPM) που αναπτύχθηκε τον Ιανουάριο του 2003, στη Βοσνία & Ερζεγοβίνη, με τη συμμετοχή περίπου 500 αστυνομικών. Εντός του δευτέρου εξαμήνου του ίδιου έτους εγκρίθηκε το κείμενο για την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας, που αποτελεί τη βάση της ανάπτυξης της ΚΕΠΠΑ και της ΕΠΑΑ και καθορίζει τις απειλές, τους στρατηγικούς αντικειμενικούς σκοπούς της ΕΕ και τους τρόπους υλοποίησής τους.  Από το 2004 η ΕΕ εισήλθε σε νέα φάση της διαδικασίας ανάπτυξης στρατιωτικών δυνατοτήτων για τη διαχείριση κρίσεων, αναλαμβάνοντας νέες πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση αυτή, όπως ο Κύριος Στόχος 2010 (Headline Goal 2010), τα Συγκροτήματα Μάχης (Battlegroups), ενώ η ίδρυση του Ευρωπαϊκού Αμυντικού Οργανισμού (EDA) προσέδωσε νέα διάσταση στην ανάπτυξη των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Συνθήκης της Λισαβόνας, η οποία υπεγράφη τον Δεκέμβριο του 2008 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου του επομένου έτους, η ΕΠΑΑ μετονομάσθηκε σε Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) Common Security and Defence Policy (CSDP)-, ενώ παράλληλα διατυπώθηκαν με μεγαλύτερη σαφήνεια οι αρμοδιότητες των διαφόρων οργάνων και οι αποστολές. Μπορούμε να συνοψίσουμε τους αντικειμενικούς σκοπούς της ΚΠΑΑ στην υποστήριξη, αποκατάσταση της σταθερότητας, πρωτίστως σε περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος για την Ένωση, κυρίως μέσω επίμονων προσπαθειών στο πεδίο της πρόληψης κρίσεων, της διαχείρισης κρίσεων, και της ανασυγκρότησης μετά την κρίση.

Επιπλέον η  Συνθήκη της Λισαβόνας εισάγει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής για την περίπτωση που «ένα κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του», καθώς και ρήτρα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης, για την παροχή αρωγής σε κράτος μέλος, στο έδαφός του, ώστε να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες τρομοκρατικής επίθεσης, καθώς επίσης και σε περίπτωση φυσικής ή ανθρωπογενούς καταστροφής.

     Εν τω μεταξύ, όπως προβλέφθηκε στη Συνθήκη της Λισαβόνας δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (EEAS ), που λειτουργεί από την 1η Ιανουαρίου 2011, ως οιονεί Υπουργείο Εξωτερικών της Ένωσης, υπό τον Ύπατο Εκπρόσωπο (ΥΕ) για την Εξωτερική Πολιτική και Ασφάλεια, υλοποιώντας την ΚΕΠΠΑ και άλλα θέματα εξωτερικής εκπροσώπησης της ΕΕ. Παράλληλα, η Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας (PSC) – που συγκροτείται από τους Πρέσβεις των χωρών μελών – παρακολουθεί τη διεθνή κατάσταση στους τομείς που καλύπτονται από την ΚΕΠΠΑ, εκφράζοντας γνώμες και εισηγήσεις στο Συμβούλιο και τον ΥΕ, ενώ είναι υπεύθυνη για τον πολιτικό έλεγχο και την στρατηγική διεύθυνση των επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων, λαμβάνοντας ανάλογες αποφάσεις. Στο έργο της υποστηρίζεται από τη Στρατιωτική Επιτροπή (EUMC), την Επιτροπή Μη Στρατιωτικής Διαχείρισης Κρίσεων (CIVCOM), την Πολιτιο-Στρατιωτική Ομάδα (PMG), και το Στρατιωτικό Επιτελείο (EUMS),

Η ΚΠΑΑ αποτελεί τον επιχειρησιακό βραχίονα της ΚΕΠΠΑ, τόσο για στρατιωτικούς όσο και μη στρατιωτικούς σκοπούς, αποσκοπώντας στο να καταστήσει την ΕΕ ικανή να αναλαμβάνει ανεξάρτητη δράση στη διαχείριση κρίσεων, στις οποίες το ΝΑΤΟ, ως σύνολο, δεν λαμβάνει μέρος. Από την άλλη, η ΚΕΠΠΑ αποτελεί αφενός το θεσμικό πλαίσιο το οποίο δημιούργησε την ΚΠΑΑ αφετέρου το πολιτικό πλαίσιο το οποίο νομιμοποιεί τις δραστηριότητές της.

     Δυστυχώς, παρά τις προόδους που έγιναν κατά τα τελευταία χρόνια, η ΕΕ δεν είναι ακόμα σε θέση να ανταποκριθεί στις διεθνείς κρίσεις έγκαιρα και κατά τρόπο αποτελεσματικό. Η πραγματικότητα αυτή οδηγεί τα αρμόδια όργανα στη λήψη αποφάσεων για την ενδυνάμωση της ΚΠΑΑ ώστε να καταστεί ικανή να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, στις 12 Σεπτεμβρίου 2013, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκανε δεκτή Έκθεση με θέμα «Οι στρατιωτικές δομές της ΕΕ: παρούσα κατάσταση και μελλοντικές προοπτικές» (εισηγήτρια η Ευρωβουλευτής Μαριέττα Γιαννάκου), η οποία παρουσιάζει λεπτομερή εκτίμηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων που έχουν αναπτυχθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο μέχρι σήμερα, με συγκεκριμένες προτάσεις για την βελτίωση του σημερινού θεσμικού πλαισίου, την κάλυψη των κύριων ελλείψεων δυνατοτήτων και την αύξηση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας των στρατιωτικών επιχειρήσεων της ΕΕ.

Επίσης, από την πλευρά της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε στις 24 Ιουλίου 2012 κείμενο για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια με τίτλο Towards a more competitive and efficient defence and security sector, στο οποίο διατυπώνει προτάσεις για την ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς και την υποστήριξη της ανταγωνιστικότητας των αμυντικών βιομηχανιών. Σημαντικός είναι εν προκειμένω ο ρόλος που καλείται να παίξει ο EDA, κύρια αποστολή του οποίου είναι η υποστήριξη του Συμβουλίου και των Κρατών Μελών στις προσπάθειές τους για βελτίωση των αμυντικών δυνατοτήτων τους στο πεδίο της διαχείρισης κρίσεων και η περαιτέρω ανάπτυξη της ΚΠΑΑ. (Council Decision 2011/411/CFSP).

     Στο πλαίσιο αυτών των πρωτοβουλιών βρίσκεται υπό τελική έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής (εισηγήτρια η Ευρωβουλευτής Μαριλένα Κοππά) η οποία αναφέρεται σε μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του θέματος της αναθεώρησης της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας με στόχο να ανταποκριθεί.

      Ένωση στις μελλοντικές απαιτήσεις του Παγκόσμιου Στρατηγικού Περιβάλλοντος. Αναμένεται ότι τα θέματα αυτά θα συζητηθούν από τους ηγέτες των κρατών μελών κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του ερχομένου Δεκεμβρίου ώστε να εγκριθούν οι σχετικές προτάσεις. Αυτό σημαίνει ότι στα Συμπεράσματα της Συνόδου θα δίδονται οδηγίες στην επόμενη προεδρία, την οποία θα ασκήσει η Ελλάδα, για τον χειρισμό και την προώθηση των σχετικών ζητημάτων.  

Επίλογος

Στην πρώτη παράγραφο της Διακήρυξης του Βερολίνου (Ιούνιος 2007) για τα 50 χρόνια από την υπογραφή των Συνθηκών της Ρώμης, διαβάζουμε:

«Επί αιώνες η Ευρώπη ήταν μια ιδέα, μια ελπίδα ειρήνης και αλληλοκατανόησης. Η ελπίδα αυτή εκπληρώθηκε. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση μας εξασφάλισε ειρήνη και ευημερία, δημιούργησε συνείδηση κοινότητας και βοήθησε να ξεπεραστούν οι αντιθέσεις. Κάθε κράτος μέλος προσέφερε τη συμβολή του στην ενοποίηση της Ευρώπης και στην εδραίωση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, χάρη δε στην αγάπη των λαών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης για την ελευθερία, η αφύσικη διχοτόμηση της ηπείρου μας αποτελεί πια οριστικά παρελθόν. Με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αντλήσαμε τα διδάγματα από τις αιματηρές αντιπαραθέσεις του παρελθόντος και τη μαρτυρική μας ιστορία. Σήμερα ζούμε πια μαζί με τρόπο που ποτέ ως τώρα δεν ήταν δυνατός.»

Για πρώτη φορά στη παγκόσμια ιστορία, ένας αριθμός κυρίαρχων κρατών επέλεξαν, με τη θέλησή τους και χωρίς εξωτερική ή άνωθεν πίεση, να σχηματίσουν μια Ένωση, με στόχο την οικονομική και πολιτική συνεργασία και τον συντονισμό των δραστηριοτήτων τους στο πεδίο της ασφάλειας και, ίσως κάποτε, της κοινής άμυνας. Κανείς φυσικά δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι όλα λειτούργησαν ή λειτουργούν καλώς στην ΕΕ. Όμως, όποιες και αν είναι οι αντιρρήσεις, οι αμφισβητήσεις ή οι αμφιβολίες σχετικά με τις δυνατότητες και τη μελλοντική παρουσία της ΕΕ στο παγκόσμιο περιβάλλον, δεν είναι δυνατόν να παραβλεφθούν τα εξής:

1ον  Εδώ και 60 χρόνια η Ευρώπη είναι η μόνη ήπειρος που έμεινε έξω από συρράξεις, οι δε χώρες που τη συγκροτούν, ανέπτυξαν αμοιβαίους δεσμούς συμμαχίας και συνεργασίας – παρά το γεγονός ότι ιστορικά, πολλές απ’ αυτές τις χώριζαν μίση και ποταμοί αίματος – δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου ο πόλεμος μεταξύ κρατών να φαίνεται κάτι που κανείς δεν μπορεί πλέον να φανταστεί. Ποτέ στο παρελθόν η ευρωπαϊκή ήπειρος δεν τόσο ολοκληρωμένη, δημοκρατική και ασφαλής.

2ον   Στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος αυτού στην ευρωπαϊκή ήπειρο, είναι προφανές ότι συνέβαλε η δημιουργία της ΕΟΚ, η οποία με τη σημερινή της μορφή ως ΕΕ, προχωρεί στην ανάπτυξη στενότερων δεσμών σε πολλά πεδία, επιδιώκοντας, ταυτοχρόνως, να διαμορφώσει κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας και άμυνας.

3ον   Παράλληλα η ΕΕ, αναδεικνύεται σταδιακά σε ισχυρό παίκτη στην παγκόσμια σκηνή, ενώ αυξάνει την επιρροή της, επεκτεινόμενη σε συνεργασίες με στρατηγικούς εταίρους στο άμεσο και το ευρύτερο περιβάλλον της.

4ον   Παρά τις σχετικά ανεπαρκείς στρατιωτικές δυνατότητες, η ΕΕ έχει αναπτύξει σημαντικό αριθμό επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων και πρόληψης συρράξεων, σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική, ανταποκρινόμενη σε αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών.

Μιλώντας για την ΚΕΠΠΑ στο Ευρωκοινοβούλιο, τον Ιανουάριο του 1995, ο τότε Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, Φρανσουά Μιτεράν έλεγε: «Πρόκειται για μεγάλη φιλοδοξία, για στόχο που σε ορισμένους μπορεί να φανεί ανέφικτος, […] ο οποίος θα απαιτεί συνεχείς προσπάθειες, αλλά επιτέλους, μας χρειάσθηκε μια γενιά για να πραγματοποιηθεί η μεγάλη αγορά των αγαθών, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων. Πιθανόν δεν θα είναι ευκολότερο να εναρμονίσουμε το πολιτικό μας συμφέρον, που προέκυψε μετά από αιώνες ενόπλων αγώνων, διπλωματικών και πολιτιστικών επιρροών, εχθροτήτων και κάποτε μίσους ανάμεσα στους λαούς μας. Παρ’ όλα αυτά πρέπει να προχωρήσουμε σ’ αυτή την εναρμόνιση».

Στη διάρκεια της προηγουμένης δωδεκαετίας κυρίως, γίναμε μάρτυρες μιας σταθερής προόδου στην ανάπτυξη της ΚΕΠΠΑ και της ΚΠΑΑ. Αυτό αναμένεται να συνεχισθεί στα επόμενα χρόνια, ώστε από το 2020 η ΕΕ να παρουσιάζει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και συνοχή στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής, της ασφάλειας και της άμυνας. Σε κάθε περίπτωση, οι λύσεις θα πρέπει να αναζητηθούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


[1] Ευρεία ανάλυση των αναφερομένων στο παρόν άρθρο στο: Ιωάννης Παρίσης, Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΗΣ ΑΜΥΝΑΣ (2010). Επίσης στο: Ιωάννης Παρίσης, Διάστημα και Ευρωπαϊκή Ασφάλεια (2006).

[2]  Ο πλήρης τίτλος της ήταν: Treaty of economic, social and cultural collaboration and collective self-defence between Belgium, France, Luxembourg, the Netherlands and the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland”, signed at Brussels on 17 March 1948.

[3]  Επικεφαλής, ως μόνιμος Πρόεδρος της Επιτροπής των Διοικητών των Χερσαίων, Ναυτικών και Αεροπορικών Δυνάμεων, τοποθετήθηκε ο Βρετανός Στρατάρχης Montgomery, με στρατηγείο στο Φοντενεμπλώ (Γαλλία). Ο Γάλλος Στρατηγός Lattre de Tassigny τοποθετήθηκε επικεφαλής των χερσαίων δυνάμεων, ο Γάλλος Αντιναύαρχος  Robert Jaujard του ναυτικού και ο Βρετανός Πτέραρχος Sir James Robb της αεροπορίας.

[4]  Η ΕΚΑΧ ολοκλήρωσε την αποστολή της το 2002, με τη συμπλήρωση 50ετίας από την ίδρυσή της.

[5]  Joint Declaration on European Defence, British-French Summit, Saint-Malo, France, 3-4 December 1998.

[6] Τελικώς, τα κράτη μέλη της ΔΕΕ αποφάσισαν στις 31 Μαρτίου 2010, τον τερματισμό της Τροποποιημένης Συνθήκης των Βρυξελών του 1954, και την παύση των δραστηριοτήτων της ΔΕΕ τον Ιούλιο 2011.

 

 

Advertisements
This entry was posted in Ευρωπαϊκή Ασφάλεια και Άμυνα and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s