Δρ Ιωάννης Παρίσης
 

Είναι γνωστή η φράση, ότι «ο Πόλεμος είναι πολύ σπουδαία υπόθεση για να την εμπιστευθούμε στους στρατιωτικούς» («La guerre ! C’est une chose trop grave pour Klemansaula confier à des militaires») η οποία διατυπώθηκε το 1886, από τον μετέπειτα πρωθυπουργό της Γαλλίας Κλεμανσώ (Georges Clemenceau), – το 1906-1909 και στην περίοδο του Α’ΠΠ (1917-1920) – και χρησιμοποιείται συνήθως από κάποιους με πρόθεση απαξιώσεως των στρατιωτικών. Είναι ενδιαφέρον να δούμε πότε και γιατί διατύπωσε την εν λόγω φράση ο Κλεμανσώ.

Πριν προχωρήσω στην εξέταση της φράσης αυτής, θα διατυπώσω κάποιες σκέψεις σχετικά με την στρατηγική. Ο πόλεμος δεν είναι πλέον αποκλειστικά στρατιωτικό φαινόμενο. Σήμερα ο πόλεμος έχει προσλάβει μια καθαρά ολοκληρωτική μορφή, δηλαδή διεξάγεται συγχρόνως σε διάφορα πεδία, πολιτικό, οικονομικό, διπλωματικό, στρατιωτικό. Κατά συνέπεια και η στρατηγική έχει επεκταθεί σε όλα αυτά τα πεδία και έχει και αυτή καταστεί ολοκληρωτική. Έτσι, χρησιμοποιήθηκε ο όρος της υψηλής στρατηγικής (grand strategy). Κατά τον Λίντελ Χαρτ ο ρόλος της Στρατηγικής είναι να συντονίζει και να διευθύνει όλες τις πηγές ενός έθνους, ή ομάδας εθνών, για την επίτευξη του πολιτικού σκοπού του πολέμου: του σκοπού που καθορίζεται από τη βασική πολιτική (Liddell Hart, Στρατηγική της Έμμεσης Προσέγγισης). Επίσης, Ο Μοντγκόμερυ αναφέρει ότι στρατηγική είναι η τέχνη της κατανομής και της εφαρμογής στρατιωτικών μέσων, όπως ενόπλων δυνάμεων και εφοδίων, για την εκπλήρωση των στόχων της πολιτικής (Montgomery of Alamein, A History of Warfare).

Έρχομαι τώρα στην φράση του Κλεμανσώ για τον πόλεμο και τους στρατιωτικούς. Υπάρχει συνήθως η τάση όταν ακούμε λόγια που έχουν ειπωθεί στο παρελθόν, να θεωρούμε εκ προοιμίου πως πρέπει να έχουν και κάποια αξία. Δεν νομίζω ωστόσο ότι κάθε φράση που έγραψε ή είπε στη διάρκεια της Ιστορίας, η κάθε σημαντική ή ασήμαντη προσωπικότητα, θα πρέπει να τη θεωρούμε θέσφατο ή κάτι σαν διάταξη νόμου ή θεϊκή εντολή. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι δεν υπάρχει λόγος ούτε να δίνουμε σ’ αυτές ιδιαίτερη σημασία ούτε να τις επαναλαμβάνουμε με κάθε ευκαιρία. Αν μάλιστα ψάξουμε λίγο θα δούμε ότι σε πολλές περιπτώσεις οι φράσεις αυτές ειπώθηκαν ή γράφηκαν στα πλαίσια κάποιας αντιπαράθεσης σε προσωπικό, πολιτικό ή εθνικό επίπεδο, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Κλεμανσώ.

Georges_BoulangerΑς δούμε τώρα πότε και γιατί εξέφρασε την εν λόγω άποψη ο Κλεμανσώ. Ενώ από το 1871 είχε ήδη έντονη πολιτική και δημοσιογραφική δράση με το κόμμα των Ριζοσπαστών-Σοσιαλιστών, το 1886 υποστήριξε την Δεξιά, με σκοπό τη διατήρηση στην Πρωθυπουργία του Φρεσινέ (Charles de Freycinet). Πρότεινε μάλιστα – και επέβαλε – ως Υπουργό Πολέμου τον Στρατηγό Μπουλανζέ (Georges Ernest Jean-Marie Boulanger, 1837– 1891), σημαντική στρατιωτική και στη συνέχεια πολιτική φυσιογνωμία της Γαλλίας, ο οποίος μάλιστα εξέφραζε εθνικιστικές απόψεις με στόχο την Γερμανία. Όταν αργότερα ο τελευταίος έδειξε τάσεις αυτονόμησης και φιλοδοξίες διεκδίκησης της εξουσίας (δημιουργήθηκε μάλιστα πολιτικό ρεύμα που ονομάσθηκε “Boulangism” – θα λέγαμε Μπουλανζισμός), ο Κλεμανσώ απέσυρε την υποστήριξή του προς τον Στρατηγό και έγινε φανατικός πολέμιός του, κυρίως διά του Τύπου (διέθετε μάλιστα δική του εφημερίδα, την “La Justice”, που είχε ιδρύσει το 1880).

Εύκολα λοιπόν μπορούμε να αντιληφθούμε, μέσα στον αριβισμό που φαίνεται ότι τον διέκρινε, γιατί έγραψε και την εν λόγω φράση. Με την ίδια λοιπόν λογική, αν επρόκειτο για ένα ιατρό-υπουργό Υγείας, ο Κλεμανσώ – ή κάποιος άλλος – θα μπορούσε να είχε πει ότι, «η Υγεία είναι πολύ σπουδαία υπόθεση για την εμπιστευθούμε στους γιατρούς». Για πιο λόγο αλήθεια, ένας τέτοιος αφορισμός θα έπρεπε να ακολουθεί τους γιατρούς για περισσότερο από έναν αιώνα; Εκτός φυσικά αν κάποιοι το επαναλάμβαναν συνεχώς προκειμένου να τους προσβάλουν ή να τους απαξιώνουν.

Ο Μοντγκόμερι γράφει σχετικά με την περί ής ο λόγος φράση, ότι: «…είναι φυσικά αλήθεια. Εξίσου θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στους πολιτικούς. Η αλήθεια είναι ότι στο σύγχρονο πόλεμο η στενή συνεργασία μεταξύ των δύο (σ.σ. στρατιωτικών και πολιτικών) είναι ζωτικής σημασίας, και όπου αυτή απουσιάζει, είναι αμφίβολο το επιθυμητό αποτέλεσμα του πολέμου».

Μπορούμε λοιπόν, ξεκινώντας από τη φράση αυτή του Κλεμανσώ – ανεξαρτήτως αν αυτή είχε ειπωθεί απαξιωτικά – να οδηγηθούμε σε κάποιες σκέψεις που έχουν σχέση με τα όσα περί υψηλής στρατηγικής αναφέραμε στην αρχή. Να τη θεωρήσουμε όχι ως πρόθεση αμφισβήτησης της ικανότητας των στρατιωτικών να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους – η οποία γενικά συνίσταται στην εφαρμογή της στρατιωτικής στρατηγικής προς υποστήριξη του πολιτικού σκοπού του πολέμου – αλλά μάλλον για να την επισήμανση της πολυπλοκότητας του φαινομένου του πολέμου, η οποία επιβάλλει την ανάγκη κινητοποιήσεως όλων των δυνάμεων της χώρας προκειμένου να επιτευχθεί ο πολιτικός σκοπός του πολέμου. Με τη θέση αυτή συμβάλουμε στην ανάπτυξη της αντιλήψεως της υψηλής στρατηγικής, η οποία συμπεριλαμβάνει τη διαχείριση των πόρων ολοκλήρου του έθνους για τη διεξαγωγή του πολέμου.

Με άλλα λόγια θα μπορούσαμε να πούμε ότι, για τη διεξαγωγή του πολέμου δεν αρκεί η υλοποίηση της στρατιωτικής στρατηγικής εκ μέρους των στρατιωτικών, αλλά απαιτείται η υλοποίηση και των λοιπών διαστάσεων της υψηλής στρατηγικής (πολιτική, διπλωματία, οικονομία, εσωτερική οργάνωση της χώρας).

Όπως και για το θέμα της Υγείας, που προαναφέραμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, χωρίς να αμφισβητείται η ικανότητα των ιατρών να ανταποκριθούν στο έργο τους, απαιτείται η εφαρμογή και άλλων πολιτικών προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της Υγείας: πολιτικός σχεδιασμός και οργάνωση, οικονομικός σχεδιασμός και χρηματοδότηση, σχεδίαση και κατασκευή υποδομών, εξασφάλιση προσωπικού και μέσων.

(*) Ο Ιωάννης Παρίσης είναι Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης – Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Κρήτης, Πρόεδρος της Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων (ΑΣΑ) – http://www.acastran.org