(Επετειακή ομιλία μου σήμερα, κατά την δοξολογία στον Ι. Ν. Αγίας Σκέπης Παπάγου)

Δρ Ιωάννης Παρίσης (*)

OXIΗ 28η Οκτωβρίου 1940 έχει καταγραφεί στην εθνική συνείδηση και την εθνική μνήμη ως το νεότερο έπος του Ελληνισμού. Εκείνο το ξημέρωμα, ο Ιωάννης Μεταξάς εξέφρασε το ελληνικό λαϊκό συναίσθημα, την άρνηση της υποταγής στις δυνάμεις του Άξονα.

Τον Οκτώβριο, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, και ιδιαίτερα τον Νοέμβριο, μετά τις πρώτες πολεμικές επιτυχίες, η Ελλάδα ολόκληρη μέθυσε. O αγώνας έλαβε μια διάσταση επική, χάρη στον ενθουσιασμό στρατού και λαού. Ωστόσο, μέσα στη γενική ευφορία πολλοί ήταν εκείνοι που πίστεψαν ότι οι Έλληνες έκαναν έναν πολεμικό περίπατο εναντίον ενός απόλεμου αντιπάλου. Σήμερα, εβδομήντα πέντε χρόνια μετά, θα ήταν χρήσιμο και σκόπιμο να προβούμε σε κάποιες επισημάνσεις σε ότι αφορά τα πραγματικά στοιχεία της μεγάλης εκείνης εθνικής νίκης.

Μέχρι τον Οκτώβριο του 1940, οι Σύμμαχοι στην Ευρώπη είχαν γνωρίσει μόνο ήττες και καταστροφές. Η ελληνική νίκη προκάλεσε παγκόσμια κατάπληξη. Πολλοί την αποκάλεσαν θαύμα. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ο Ιταλικός Στρατός δεν ήταν εύκολος αντίπαλος. Προ πάντων δεν ήταν ένα στράτευμα «δηλών» και «φαιδρών» όπως τους παρουσίαζαν τα τραγούδια και οι γελοιογραφίες της εποχής.

Η ελληνική Ηγεσία – πολιτική και στρατιωτική – γνώριζε πολύ καλά τα πραγματικά στοιχεία ισχύος του αντιπάλου και με βάση αυτά σχεδίαζε. Διότι, πέραν του ηθικού και του πατριωτικού ενθουσιασμού, η νίκη είναι αποτέλεσμα ορθής, λεπτομερούς, επίπονης και δαπανηρής σχεδιάσεως και προετοιμασίας και μιας επιδέξιας διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων. Πράγματι, πίσω από την νίκη κατά των Ιταλών υπήρχε μια άριστη προετοιμασία από την πλευρά της ελληνικής κυβερνήσεως και της στρατιωτικής ηγεσίας.

Ο Πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς και ο Αρχηγός του ΓΕΣ Στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος, παρακολουθώντας τη γενικότερη κατάσταση στην Ευρώπη, εκτίμησαν έγκαιρα ότι τα σύννεφα του πολέμου πύκνωναν. Ο Μεταξάς, έχοντας επί 4,5 χρόνια την ευθύνη του υπουργείου Στρατιωτικών, μερίμνησε προσωπικώς για την πολεμική προετοιμασία. Κι όταν ήρθε η στιγμή είπε το μεγάλο ΟΧΙ. Γράφει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος: «Πρέπει να είμεθα χωρίς άλλο ευγνώμονες εις τον Ιωάννην Μεταξά διότι είπε ολομόναχος στο σκοτάδι της νυκτός το μέγα ΟΧΙ. (…) Ας είμεθα λοιπόν τίμιοι απέναντι της Ιστορίας. Το μεγάλο ΟΧΙ είναι πράξις του Ιωάννου Μεταξά».

Η εξοπλιστική και οχυρωματική προσπάθεια που ανέπτυξε η χώρα στα χρόνια που προηγήθηκαν έδωσε τη δυνατότητα προετοιμασίας και ισχυροποίησης, στο μέτρο του δυνατού, για την αναμενόμενη παγκόσμια σύρραξη. Τα σχέδια επιστρατεύσεως αναθεωρήθηκαν ώστε να προσαρμοσθούν προς την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. Με προσεκτικές και μεθοδικές κινήσεις, εν πολλοίς μυστικές, καλύφθηκαν τα κενά των εμπρός σχηματισμών σε προσωπικό, προωθήθηκαν εφόδια, ενεργοποιήθηκαν επιστρατευόμενες μονάδες. Η 28η Οκτωβρίου βρήκε όλες τις έναντι της Αλβανίας μονάδες πλήρως επανδρωμένες, χωρίς να έχει κηρυχθεί επιστράτευση. Από την 28η Οκτωβρίου και εντός 16 ημερών, ο Ελληνικός Στρατός επιστράτευσε, εξόπλισε και κίνησε στις προβλεπόμενες θέσεις 300.000 άνδρες. Την μεγαλύτερη δύναμη που είχε παρατάξει στην ιστορία του.

Από τις 13 Νοεμβρίου, ο Ελληνικός Στρατός, έχοντας αποκαταστήσει πλήρως το εθνικό έδαφος και έχοντας ολοκληρώσει την κινητοποίησή του, πέρασε στην αντεπίθεση, έχοντας πλέον την πρωτοβουλία. Η στρατιωτική ηγεσία είχε αντιμετωπίσει την κατάσταση που δημιούργησε η ιταλική εισβολή, κατά τρόπο ορθό και αποτελεσματικό.

Οπωσδήποτε, το ηθικό, το φρόνημα και ο ηρωισμός του μαχητή αποτελούν καταλυτικούς παράγοντες της νίκης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ελληνικός Στρατός πολέμησε με υψηλό φρόνημα, άφθαστη ορμή και ηρωισμό. Πράγματι, ο Έλληνας στρατιώτης τραβούσε μπροστά. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Ακόμη και το καλύτερο στράτευμα δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα χωρίς κατάλληλες διαταγές και αν δεν έχει προηγηθεί επίπονη και προσεκτική σχεδίαση και προπαρασκευή. Όλα αυτά τα εξασφαλίζει μια ικανή ηγεσία. Είναι εκείνη που ανυψώνει το ηθικό, που συντηρεί το φρόνημα, που μελετά, σχεδιάζει και καθοδηγεί. Και φυσικά είναι εκείνη που έχει την ευθύνη σε περίπτωση αποτυχίας.

Οι λαοί και οι στρατοί ακολουθούν τους ικανούς ηγέτες, εκείνους που τους εξασφαλίζουν ότι θα τους βγάλουν με ασφάλεια από δύσκολες καταστάσεις, αναδεικνύοντας παράλληλα τις δημιουργικές δυνάμεις που κρύβουν μέσα τους. Από την άποψη αυτή, είναι τυχερά τα έθνη που σε κρίσιμες στιγμές της ιστορικής τους πορείας είχαν ηγέτες άξιους και ικανούς να διαχειριστούν τις κρίσεις και τις δυσκολίες και να οδηγήσουν τους λαούς τους σε ανάκαμψη και σε επιτυχίες. Το 1940, αυτός ο υπέροχος λαός ευτύχησε να έχει μια αντάξια Ηγεσία – πολιτική και στρατιωτική, σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας.

Είναι προφανές ότι οι Ιταλοί είχαν προετοιμασθεί για μία εύκολη αποστολή, έναν περίπατο προς την Αθήνα όπως τους έλεγε ο Μουσολίνι. Αντί τούτου όμως βρέθηκαν έναντι αντιπάλων με πολύ υψηλό ηθικό, μεγάλη σωματική αντοχή, συστηματικά εκπαιδευμένων, με εθνικό φρόνημα και θέληση προς αντίσταση. Ο Ιταλικός Στρατός, παρά την συντριπτική υπεροχή του, στα αντικειμενικά στοιχεία ισχύος, δεν πέτυχε να υλοποιήσει τους στόχους του, καταβληθείς από τον αντικειμενικά υποδεέστερο – από πλευράς μετρήσιμων στοιχείων ισχύος – Ελληνικό Στρατό.

Υπάρχουν κάποιες μεγάλες στιγμές, όπου αυτό που φαντάζει προφανές, λογικό και αυτονόητο, ανατρέπεται. Όπου η λογική της ισχύος και των συσχετισμών, αποδεικνύεται στείρα και λανθασμένη. Για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε τη σημασία και την αξία εκείνου του ΟΧΙ, θα πρέπει να δούμε κάτω από ποιες διεθνείς συνθήκες ειπώθηκε.

Οι δυνάμεις του Άξονα είχαν σαρώσει την Ευρώπη, νικούσαν παντού, έλεγχαν τα πάντα κι ετοιμάζονταν για νέες επιθέσεις. Στη Δύση, υπήρχαν η Γαλλία και η Βρετανία. Ηττημένη και ταπεινωμένη η πρώτη, ηττημένη και η δεύτερη, που αντιστεκόταν με πείσμα, αλλά δεν είχε τίποτε να προσφέρει στους όποιους δυνητικούς συμμάχους της. Στην Ανατολή, η Σοβιετική Ένωση, μπορεί να φοβόταν ότι σύντομα θα ερχόταν κι η σειρά της, μπορεί να ετοιμαζόταν μυστικά να αντιμετωπίσει ενδεχόμενη γερμανική επίθεση, αλλά τότε, τυπικά ακόμα, ήταν «διπλωματικός φίλος» της Γερμανίας, κι έστελνε «συγχαρητήρια τηλεγραφήματα» στο Βερολίνο, μετά από κάθε νίκη της Βέρμαχτ. Από την άλλη ακτή του Ατλαντικού, οι Ηνωμένες Πολιτείες, μπορεί να συμπαραστέκονταν υλικά και ηθικά στη σκληρά δοκιμαζόμενη Βρετανία, αλλά τυπικά παρέμεναν ουδέτερες, και δεν διαφαινόταν πως θα ξεπερνούσαν αυτή την ουδετερότητα. Ο Πόλεμος έμοιαζε να έχει τελειώσει…

Μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό διεθνές περιβάλλον, στην Ελλάδα – ηγεσία και λαός, καθεστώς και αντιπολίτευση – επέλεξαν να αντισταθούν. Να αντισταθούν πλήρως, αποφασιστικά, αδιαπραγμάτευτα κι ανυποχώρητα.

Πόσο «λογική» ήταν τότε εκείνη η επιλογή; Σύμφωνα με τα ψυχρά συμβατικά μέτρα, καθόλου. Ήταν απολύτως «παράλογη». Αν το 1940 υπήρχαν κάποιοι από τους σημερινούς τεχνοκράτες αναλυτές και ειδικούς της διαχείρισης κρίσεων, είναι σίγουρο ότι θα εισηγούνταν την συνθηκολόγηση της Ελλάδας! Θα πίεζαν να διαπραγματευθεί η Ελλάδα, ακόμα και μείζονες εθνικές παραχωρήσεις, προκειμένου να ΜΗΝ εμπλακεί σε πόλεμο, ή να ταχθεί με το μέρος των τότε «νικητών»: δηλαδή του Άξονα.

Ποιο ήταν το στοιχείο που οδήγησε στο αποτέλεσμα της σύγκρουσης εκείνης, ουσιαστικά στην ανατροπή των προβλέψεων, στις οποίες οδηγούσε η ψυχρή λογική των αριθμών; Τι μαγικό είχε αυτός ο Λαός που ξεχύθηκε σύσσωμος να πολεμήσει τους υπερόπτες εισβολείς, που πήγαινε στην πρώτη γραμμή με το χαμόγελο στα χείλη; Ποια δύναμη κινούσε αυτόν τον Στρατό που, μέσα σε δύο εβδομάδες, ανέτρεψε τα δεδομένα και απέκτησε την πρωτοβουλία των κινήσεων; Ποιοι ήταν τέλος πάντων αυτοί που πολέμησαν και δημιούργησαν ένα πραγματικό έπος;

Ήταν βέβαια η νεολαία του ‘40. Ήταν οι παππούδες μας και οι πατεράδες μας.

Είναι μάλλον βέβαιο ότι, οι εικοσάρηδες της γενιάς του ‘30 και του ‘40, θα είχαν ακούσει πολλές αφηγήσεις από τους πολεμιστές του 12-13 του 18, του 20 – από γονείς, συγγενείς, δασκάλους – για τα κατορθώματα και τους ηρωισμούς της γενιάς τους. Ίσως από κάποιους να είχαν ακούσει και αμφιβολίες – όπως συμβαίνει και σήμερα – για το κατά πόσο οι νέοι εκείνης της εποχής, ήταν ικανοί για ηρωικές πράξεις. Και όμως, η νεολαία του ‘40 έδειξε επάνω στα βορειοηπειρωτικά βουνά ότι, μπορούσε, επίσης, να γράψει σελίδες δόξας και ηρωισμών. Όπως συνέβη πάντοτε, σε κάθε περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Όπως θα συνεχίσει να συμβαίνει και στο μέλλον, διότι, παρά τις απαισιόδοξες εκτιμήσεις και αφορισμούς κάποιων, για τη σημερινή νεολαία, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, αν απαιτηθεί, θα αποδειχθεί το ίδιο ικανή για επικές πράξεις.

Το ΟΧΙ της Ελλάδας δεν ειπώθηκε με βάση ψυχρούς υπολογισμούς ισχύος. Ήταν πρόταγμα Ελευθερίας που καθόρισε τη στάση Ηγεσίας και Λαού. Σήμερα είμαστε όλοι υπερήφανοι για την «παράλογη» εκείνη αντίσταση των πατεράδων και των παππούδων μας. Είναι άξιοι τιμής και μνήμης, όπως λέει ο Περικλής στον Επιτάφιο, διότι «την χώραν ελευθέραν δι’ αρετήν παρέδοσαν». Τιμούμε ιδιαίτερα εκείνους που, για την Πατρίδα «μαχόμενοι ἐτελεύτησαν, δικαιοῦντες μὴ ἀφαιρεθῆναι αὐτὴν».

Το ΟΧΙ του 1940, και το Έπος που ακολούθησε, δεν ήταν δέντρο χωρίς ρίζες που ξεφύτρωσε από το τίποτε. Είχε ρίζες βαθιές, ρίζες αιώνων. Στο αποφασιστικό «ΟΧΙ» των Ελλήνων απέναντι στον στρατιωτικά πανίσχυρο Άξονα, αποτυπώθηκε η ακλόνητη θέληση ενός λαού με ιδιαίτερα βαριά ιστορική κληρονομιά, να τιμήσει την ιστορία και τις θυσίες των προγόνων του. Μια κληρονομιά βαρύτατη και αξιοζήλευτη, που όμως θέτει και αξιώσεις σ’ εμάς τους συνεχιστές της. Αξιώσεις που είναι αντίστοιχης βαρύτητας και ευθύνης, ώστε «τῶν πατέρων μὴ χείρους φανῆναι».

Στο πλαίσιο αυτής της ευθύνης, η σημερινή επέτειος μας οδηγεί σε κάποιες σκέψεις που μπορεί και πρέπει να μας ευαισθητοποιήσουν και να μας προβληματίσουν:

Καταρχήν εις ότι αφορά στην ιστορική μνήμη, η συνεχής επεξεργασία της οποίας, με προσοχή αλλά και σεβασμό, αποτελεί προϋπόθεση, όχι μόνο εθνικής αυτογνωσίας, αλλά και σοβαρής παρουσίας της χώρας στο διεθνές σύστημα.

Ένα άλλο πεδίο αφορά το περιεχόμενο της ελευθερίας που γιορτάζουμε και τιμούμε. Μπορούμε να κάνουμε διάκριση μεταξύ της ωφελιμιστικής ελευθερίας των στιγμών και μιας ελευθερίας που αναφέρεται στην υπευθυνότητα των επιλογών, τη σταθερότητα των στόχων και τη δυνατότητα αυτοπεριορισμού και αυτοδέσμευσης όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο. Παραδόξως, αυτή η διάσταση είναι που μας λείπει σήμερα στην Ελλάδα: μεθυσμένοι από τις ελευθερίες των στιγμών, αγνοούμε την στρατηγική διασφάλισης της Ελευθερίας στο διηνεκές.

Τέλος, είναι σημαντικό να δούμε την ύπαρξη – ή την έλλειψη – κάποιων γενικών πλαισίων που είναι απαραίτητα για την διαμόρφωση και εφαρμογή εθνικής στρατηγικής. Αναφερόμαστε κατά βάση στην ανάγκη μιας νέας Μεγάλης Ιδέας του Ελληνισμού, η οποία βεβαίως προϋποθέτει την ύπαρξη ουσιαστικής εθνικής ενότητας. Η εθνική ενότητα ήταν ένα κύριο στοιχείο εκείνες τις κρίσιμες στιγμές του ’40, και ολόκληρο το έθνος, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, έδειξε ξεχωριστή εμπιστοσύνη στη ηγεσία του. Τα έθνη έχουν ανάγκη από μεγάλες ιδέες. Και αυτό είναι κάτι που αποτελεί υποχρέωση των ηγεσιών τους.

Είναι βέβαια δικαιολογημένη η υπερηφάνεια που νοιώθουμε, η οποία δεν αναφέρεται μόνον στην ελληνική ιστορία και τις αξιοζήλευτες σελίδες της στο χώρο της σκέψης, της επιστήμης, των τεχνών, της πολιτικής, αλλά και στη σημερινή Ελλάδα, τους θεσμούς και τις αξίες της. Αυτή η έννοια του πατριωτισμού, που αγκαλιάζει παρελθόν και παρόν και υπερασπίζεται τις αξίες ενός δημοκρατικού πολιτικού πολιτισμού που εξελίσσεται, αυτή είναι η έννοια που μας αξίζει ως Έλληνες. Μας επιβάλλει ωστόσο να καταστήσουμε το παρόν εφάμιλλο, αντάξιο και – γιατί όχι – καλύτερο – του παρελθόντος.

Μιλώντας για το ΟΧΙ, ως πρόταγμα ελευθερίας, θα ήθελα, κλείνοντας, να θυμίσω ένα απόσπασμα από τον μέγιστο των ιστορικών, τον Θουκυδίδη:
«Όσοι έχουν την ιδέα της ελευθερίας στην ψυχή τους, όταν αυτή κινδυνεύει από την επιβουλή του εχθρού, αναλαμβάνουν τους κινδύνους που συνεπάγεται η υπεράσπισή της. Τούτο είναι γνώρισμα των ελεύθερων ψυχών και εκδηλώνεται όταν τίθεται από την ιστορική ανάγκη σε κίνδυνο η ελευθερία του ατόμου και του συνόλου. Αυτό αποτελεί τη βάση των επικών πράξεων των λαών, που πιστεύουν στην ελευθερία ως ύψιστη ανάγκη του ατόμου και χρέος ιερό προς την πατρίδα.»

(*) Ο Ιωάννης Παρίσης είναι Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης – Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Κρήτης, Πρόεδρος της Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων (ΑΣΑ) – http://www.acastran.org