Δρ Ιωάννης Παρίσης (*)

Εκείνο το ΟΧΙ δεν μπόρεσαν να… του το «συγχωρέσουν»

Κάθε Οκτώβριο ανοίγει η ίδια συζήτηση: ποιος είπε το ΟΧΙ! Φαίνεται αφελές και φαιδρό το ερώτημα, αλλά όσοι το θέτουν έχουν τους λόγους τους. Να βάλλουν κατά του Ιωάννη Μεταξά.

metaxasΠροκαλεί εντύπωση ο έκδηλος αλλά και πρωτοφανής φανατισμός – η εχθρότητα θα έλεγε κανείς – με την οποία αντιμετωπίζεται ο Ιωάννης Μεταξάς από συγκεκριμένους χώρους. Βεβαίως είναι αντιληπτό από πού και για πιο λόγο ανοίγει αυτή η συζήτηση. Σίγουρα όμως δεν μπορεί να αποτελεί αυτό αντικειμενική ιστορική προσέγγιση.

Όλες οι προσωπικότητες που έχουν καταγραφεί στην Ιστορία, έχουν τα θετικά και αρνητικά σημεία τους – όπως κάθε άνθρωπος άλλωστε – τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά τους. Κατά συνέπεια θα πρέπει να προσεγγίζονται και να ερευνώνται από τους ιστορικούς κατά τρόπο ολοκληρωμένο και αντικειμενικό, στοιχεία απαραίτητα για μια ορθή και συνεπή ιστορική έρευνα.

Είναι επίσης γνωστό ότι αν θέλει κάποιος να εξυψώσει ένα ιστορικό πρόσωπο προβάλλει όλα τα θετικά (τα «υπέρ») του, ενώ αν θέλει να το απαξιώσει προβάλλει όλα τα αρνητικά (τα «κατά») του. Φυσικά στις περιπτώσεις αυτές δεν μιλάμε για ιστορική προσέγγιση αλλά για φανατική ή «διατεταγμένη» παραταξιακή ή δημοσιογραφική προσέγγιση. Αυτό όμως δεν είναι ιστορία.

article10Ας πάρουμε ως παράδειγμα τον Βενιζέλο, μία από τις μεγαλύτερες ηγετικές προσωπικότητες του νεότερου ελληνικού κράτους, με ξεχωριστές ικανότητες υψηλή ευφυΐα και αναμφισβήτητη προσφορά στο έθνος. Μπορεί εύκολα ένας ιστορικός να πλέξει το εγκώμιό του και να τον παρουσιάσει ως Εθνάρχη, αναφερόμενος σε πραγματικά γεγονότα, επιτυχείς αποφάσεις και πράξεις του. Ένας άλλος, αναφερόμενος επίσης σε πραγματικά περιστατικά, θα μπορούσε να τον απαξιώσει παρουσιάζοντάς τον ως έχοντα τάσεις για εκτροπές, διχασμούς, υποστήριξη κινηματιών κ.ά. Και στις δύο περιπτώσεις, η μονομερής προσέγγιση της προσωπικότητας του Βενιζέλου δεν θα ήταν πλήρης και σίγουρα θα τον αδικούσε. Σίγουρα πάντως δεν θα επρόκειτο για ιστορική έρευνα.

Το «ΟΧΙ» αποτελεί «προσφιλές» θέμα συζήτησης των εχθρών του Μεταξά. Εκείνο το ΟΧΙ δεν μπόρεσαν να του το «συγχωρέσουν» ποτέ οι αντίπαλοί του – κυρίως το αριστερό σύστημα. Αλλά ο Μεταξάς δεν είπε απλώς ένα «ΟΧΙ». Το «προετοίμαζε» στην πράξη επί μία τετραετία, δημιουργώντας τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε η χώρα να είναι σε θέση να αντιτάξει άμυνα που τελικά είχε ως αποτέλεσμα το νεώτερο έπος του Ελληνισμού.

Παρατηρούμε τρεις φάσεις της αμφισβήτησης του ΟΧΙ του Μεταξά:

1)  Αρχικά η αρνητική αντιμετώπισή του αφορούσε στο ποιος είπε το «ΟΧΙ». Ο Μεταξάς ή ο Λαός! Σ΄αυτό έχουν απαντήσει αντίπαλοι του Μεταξά, όπως ο Γεώργιος Βλάχος, εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αλλά και ο Μίκης Θεοδωράκης και άλλοι. Για την οικονομία του χώρου, παραπέμπτω στο άρθρο μου: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΣΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940

2)  Όταν λοιπόν απαντήθηκε το ποιος είπε το «ΟΧΙ» κάποιοι άρχισαν να λέγουν ότι ο Μεταξάς δεν είπε τη λέξη «ΟΧΙ» αλλά την φράση «λοιπόν έχουμε πόλεμο»! Είναι βέβαια φαιδρό ως επιχείρημα. Οι ίδιοι θα μας έλεγαν ίσως ότι ούτε ο Λεωνίδας είπε «ΟΧΙ», αλλά την φράση «μολών λαβέ». Ούτε ο Κων. Παλαιολόγος είπε «ΟΧΙ» αλλά την γνωστή φράση «το την Πόλιν συ δούναι…».

3)  Έχουμε και τρίτη προσπάθεια απαξίωσης του «ΟΧΙ» του Μεταξά. Είπαν ότι αυτό δεν ήταν πατριωτικό αλλά το είπε εξ ανάγκης και πιεζόμενος από διάφορες καταστάσεις. Τα έχουμε διαβάσει αυτά σε διάφορα κείμενα, αριστερής κατά βάση προέλευσης. Δεν υπεισέρχομαι σε λεπτομέρειες, αφενός διότι πρόκειται για επινοήσεις άνευ αξίας, αφετέρου διότι έχουν απαντηθεί από έγκυρους ιστορικούς. Θα πω απλώς ότι με την νοοτροπία και την αντίληψη αυτή, θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι το «μολών λαβέ» του Λεωνίδα δεν ελέχθη από πατριωτικό φρόνημα αλλά επειδή, εξαιτίας των νόμων της Σπάρτης, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, όντας υποχρεωμένος να μείνει μέχρι τέλους «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος» (ναι κι αυτό κάποιοι το έχουν πει!!!).

Θα μπορούσε κανείς να παραθέσει σελίδες ολόκληρες για την ποιότητα και την αξία του Μεταξά ως στρατιωτικού και ως πολιτικού. Περιορίζομαι σε 2-3 αναφορές που δείχνουν την εκτίμηση που του είχε ο Βενιζέλος:

Μεταξάς•   Ο Βενιζέλος αναλαμβάνοντας το 1910 την πρωθυπουργία και το υπουργείο Στρατιωτικών επέλεξε τον Μεταξά ως πρώτο υπασπιστή και στρατιωτικό σύμβουλό του. Πριν την έναρξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου τον απέστειλε επί ένα μήνα στη Σόφια για να διαπραγματευτεί την συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας με την Βουλγαρία (ναι… έναν λοχαγό 41 ετών!).

•   Τον Δεκέμβριο, του 1912, ο Βενιζέλος τον πήρε μαζί του ως σύμβουλο στο Λονδίνο για τις διαπραγματεύσεις ειρήνης. Του επέτρεψε να επανέλθει στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1913, μετά από πιεστική απαίτηση του Κωνσταντίνου, ο οποίος τον ήθελε στο επιτελείο της Στρατιάς Ηπείρου. Δεν είναι τυχαίο ότι η κατάληψη των Ιωαννίνων πραγματοποιήθηκε με σχέδιο επιχειρήσεων που συνέταξε ο Μεταξάς, όπως είχε συμβεί 4 μήνες πριν στη μάχη των Γιαννιτσών και την παράδοση της Θεσσαλονίκης.

•   Αποτελεί ίσως ιστορικό παράδοξο, άγνωστο στους περισσότερους, ένα ακόμη γεγονός: Στις 9 Μαρτίου 1936, 4 ημέρες μετά την ανάθεση του υπουργείου στρατιωτικών στον Μεταξά, ο Βενιζέλος (9 ημέρες προ του θανάτου του) σε επιστολή του από το Παρίσι στον πρώην υπουργό-του Λουκά Ρούφο, γράφει μεταξύ άλλων: «Δεν είναι ανάγκη να σου είπω πόσο ζωηρά είναι η χαρά μου διότι ο Βασιλεύς απεφάσισε (…) να αναθέσει το υπουργείον των Στρατιωτικών εις τον Μεταξάν». Καταλήγει δε με την φράση: «Από μέσα από την καρδιά αναφωνώ: Ζήτω ο Βασιλεύς.»

(Χρήσιμο επίσης να έχουμε υπόψη μας και τις απόψεις επιστημόνων εγνωσμένης αξίας: Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και ο Ιωάννης Μεταξάς (του ακαδημαϊκού Κ. Ι. Δεσποτόπουλου) και Η 4η Αυγούστου, ο Μεταξάς και οι νέοι κάπηλοί του (του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα).

(*) Ο Ιωάννης Παρίσης είναι Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης – Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Κρήτης, Πρόεδρος της Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων (ΑΣΑ) – http://www.acastran.org