Η ομιλια μου σημερα στον Μητροπολιτικο Ναο της Καβαλας, κατά την δοξολογια για τον εορτασμο της Ημερας των ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ.

Δρ Ιωάννης Παρίσης

ED-2015

Εορτή της Παναγίας σήμερα, αλλά και εορτή των Ενόπλων Δυνάμεων της Πατρίδας. Την Παναγία επέλεξαν οι Έλληνες ως προστάτιδα των ενόπλων δυνάμεών τους. Εκείνην έβλεπαν ως Σκέπη προστασίας σε όλους του εθνικούς αγώνες. Με την ευχή της Παναγιάς αποχαιρετούσαν πάντοτε μανάδες, σύζυγοι και κόρες τους δικούς τους που αναχωρούσαν για το μέτωπο.

Μια παράδοση που πάει μακριά στον χρόνο και φθάνει μέχρι το Βυζάντιο. Τότε που αντιμετωπίζοντας τους εχθρούς στα τείχη της Βασιλεύουσας, οι κάτοικοι προσέτρεχαν στην Αγία σκέπη της Παναγιάς. Και επίσης, ευχαριστώντας για την σωτηρία, ανέπεμπαν και πάλι ύμνους προς την υπέρμαχο στρατηγό.

Γιορτάζουν σήμερα οι ΈΔ της πατρίδας. Ή μάλλον για την ακρίβεια, ο Ελληνικός Λαός γιορτάζει τις Ένοπλες Δυνάμεις του. Γιατί αυτές είναι σαρξ εκ της σαρκός του. Αποτελούν το ένοπλο τμήμα του Λαού. Το τμήμα στο οποίο ο Ελληνικός Λαός ανέθεσε τη διασφάλιση της άμυνας και της ανεξαρτησίας της χώρας.

Τι είναι όμως οι ΕΔ; Μήπως είναι απλώς ένας από τους οργανισμούς του Κράτους, ή μια υπηρεσία κοινής ωφέλειας; Προφανώς όχι. Οι ΕΔ είναι ο μεγαλύτερος οργανισμός του Κράτους, τόσο από πλευράς προσωπικού και υλικού όσο και από πλευράς ανάπτυξης και διάταξης, που καλύπτει όλη την επικράτεια. Σ’ αυτόν τον εθνικό οργανισμό μέτοχος είναι όλος ο Ελληνικός Λαός, κάθε Έλληνας, διότι κάθε Έλληνας έχει υπηρετήσει ή θα υπηρετήσει σ’ αυτόν και κάθε σχεδόν οικογένεια έχει κάποιο δικό της παιδί στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Υπό ευρεία έννοια, και οι γυναίκες μετέχουν σ’ αυτόν τον εθνικό οργανισμό, διότι όλες είχαν ή έχουν ή θα έχουν στο μέλλον τον δικό τους άνθρωπο στην υπηρεσία της πατρίδας. Αλλά και διότι ιστορικά, στις δύσκολες στιγμές της πατρίδας, έδειξαν με κάθε τρόπο την συμπαράστασή τους και τη συνεισφορά τους στον αγώνα. Όχι μόνο «προσευχόμενες στη γλυκιά Παναγιά», όπως μας θυμίζει το γνωστό άσμα, για τα μαχόμενα παιδιά της Ελλάδος, αλλά επ’ έργω με την ακατάβλητη θέλησή τους. Τα παραδείγματα είναι πολλά και το Έθνος αισθάνεται ευγνώμον έναντι των υπέροχων γυναικών του.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Πατρίδας ήταν και παραμένουν το πλέον υγιές τμήμα και οργανωμένο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και της κρατικής δομής. Αποτελούν την εγγύηση της ασφάλειας και των συμφερόντων της Χώρας αλλά, ταυτόχρονα, και το ουσιαστικό και ακαταμάχητο επιχείρημα της εθνικής πολιτικής.

Προφανώς, πολλές από τις λειτουργίες του Κράτους υπηρετούν μείζονα συμφέροντα της χώρας τα οποία είναι, λίγο ή πολύ, σημαντικά για την λειτουργία των κρατικών δομών. Οι Ένοπλες Δυνάμεις όμως υπηρετούν ζωτικά συμφέροντα της χώρας, υπό την έννοια ότι αυτά είναι κρίσιμα γι’ αυτήν την ίδια την ύπαρξή της. Αυτό το εσχατολογικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την αποστολή τους, προβάλλει το γεγονός ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις συνιστούν την έσχατη «γραμμή άμυνας» του έθνους και της κοινωνίας. Τίποτε δεν μπορεί να λειτουργήσει αν δεν υπάρχει ασφάλεια και ειρήνη, που βεβαίως δεν εξασφαλίζονται με δηλώσεις και συνθήματα, αλλά με επιτυχημένη στρατηγική αποτροπής την οποία μόνο αποτελεσματικές ένοπλες δυνάμεις μπορούν να εγγυηθούν. Με τον τρόπο αυτό οι ΕΔ διασφαλίζουν την απρόσκοπτη λειτουργία της δημοκρατίας, απαραίτητες προϋποθέσεις της οποίας είναι φυσικά η ειρήνη και η ελευθερία.

Όμως οι ΕΔ δεν μπορούν να φέρουν την επιτυχία μόνες και αποκομμένες από την κοινωνία. Έχουν ανάγκη από τη συμπαράσταση και τη στήριξη του λαού, αφού είναι σάρκα από τη σάρκα του. Αυτό συνέβη πάντοτε στην ελληνική ιστορία, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το Έπος του ’40, όπου η συμβολή του λαού, από της ηρωίδες της Πίνδου μέχρι τις εθελόντριες νοσηλεύτριες της Αθήνας, υπήρξε καθοριστικός παράγων για τη νίκη.

Στις πολεμικές καταστάσεις και της κρίσεις, δοκιμάζονται στον ύψιστο βαθμό όλες οι κρατικές δομές, η εθνική ομοψυχία και οι διατιθέμενοι πόροι, έμψυχοι και άψυχοι, κυρίως όμως η πίστη, η θέληση και η αντοχή του άμαχου πληθυσμού. Για την επιτυχία επιβάλλεται ηθική προπαρασκευή Έθνους και Κοινωνίας αλλά κυρίως, Ηγεσία ικανή να εμπνέει εμπιστοσύνη, αισιοδοξία και υψηλό φρόνημα.

Μία κύρια διαπίστωση, που αναδύεται μέσα από τις σελίδες της ιστορίας μας είναι ότι οι επιτυχίες και τα έπη γράφτηκαν όταν υπήρξαν δύο προϋποθέσεις: όταν η χώρα είχε ικανές ηγεσίες και όταν υπήρξε μέριμνα για της Ένοπλες Δυνάμεις.

Όποτε στο τιμόνι της χώρας βρέθηκαν ηγεσίες που ενδιαφέρθηκαν για το στράτευμα, η χώρα πέτυχε νίκες, υλοποίησε εθνικούς στόχους, απελευθέρωσε αλύτρωτα εδάφη και πληθυσμούς, αντιμετώπισε με επιτυχία ξένους επιβουλείς. Η διαπίστωση αυτή αποδεικνύεται περίτρανα στις περιπτώσεις του 1912-13 και του 1940-41. Τα δύο αυτά έπη του νεότερου Ελληνισμού επιτεύχθηκαν όταν ικανές ηγεσίες πέτυχαν να βγάλουν τη χώρα από το τέλμα, να αναδιοργανώσουν το κράτος, να ανορθώσουν το φρόνημα, να ανασυγκροτήσουν και να προετοιμάσουν κατάλληλα τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Αντιθέτως, όποτε οι ηγεσίες ήταν κατώτερες των περιστάσεων, με διχαστικές ενέργειες και ανώμαλες πολιτικές καταστάσεις, οικονομικές αποτυχίες, έλλειψη κοινωνικής συνοχής και αδιαφορία για το στράτευμα, η χώρα οδηγήθηκε σε ήττες, ταπεινώσεις και καταστροφές. Αναφέρω ενδεικτικά το όνειδος του 1897, τον Διχασμό του 1915 και μετέπειτα, την καταστροφή στη Μικρά Ασία και τον Εμφύλιο της δεκαετίας του 1940.

Η οδυνηρή οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να έχει επιπτώσεις στην αποφασιστικότητα, στο φρόνημα και στη θέληση προς αντίσταση. Άλλωστε «τη Ελλάδι, πενίη αιεί ποτε σύντροφος εστί», όπως απάντησε ο Δημάρατος στον Ξέρξη όταν τον ρώτησε αν οι (φτωχοί) Έλληνες θα είχαν το κουράγιο και το σθένος ή θα δείλιαζαν, να αντιπαρατεθούν στο μεγαλύτερο στράτευμα που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο κόσμος. «Αυτή η φτώχεια», του απήντησε ο Δημάρατος, «παντοτινή σύντροφος της Ελλάδος, δεν θα επηρεάσει την αγωνιστικότητα των Ελλήνων, η οποία είναι το πραγματικό όπλο τους».

Αυτοί είμαστε, και όσοι προσπαθούν να μας αλλάξουν απλώς ματαιοπονούν. Αυτή όμως η αγωνιστικότητα – το πραγματικό όπλο των Ελλήνων – εξαρτάται από το προσωπικό, που μαζί με το υλικό αποτελούν τους δύο πόλους ισχύος των ενόπλων δυνάμεων. Σ’ αυτό θα πρέπει να επενδύσουμε. Άνδρες γαρ πόλις, και ου τείχη ουδέ νήες ανδρών κεναί. Με τα λόγια αυτά, ο Θουκυδίδης δεν εννοεί φυσικά ότι τα «τείχη» και οι «νήες» είναι άχρηστα. Εκείνο που θέλει να τονίσει είναι ότι αυτά είναι άνευ αξίας αν δεν υπάρχει κατάλληλο και ικανό προσωπικό που θα τα επανδρώσει και θα τα χειριστεί. Οφείλει λοιπόν η Πατρίδα να λαμβάνει κάθε μέριμνα ώστε το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων να μπορεί να λειτουργεί στο κατάλληλο περιβάλλον και με τις κατάλληλες προϋποθέσεις.

Είναι σημαντικό να δούμε την ύπαρξη – ή την έλλειψη – κάποιων γενικών πλαισίων που είναι απαραίτητα για την διαμόρφωση και εφαρμογή εθνικής στρατηγικής. Αναφέρομαι κατά βάση στην ανάγκη μιας νέας Μεγάλης Ιδέας του Ελληνισμού, η οποία βεβαίως προϋποθέτει την ύπαρξη ουσιαστικής εθνικής ενότητας. Τα έθνη έχουν ανάγκη από μεγάλες ιδέες. Και αυτό είναι κάτι που αποτελεί υποχρέωση των ηγεσιών τους.

Σήμερα δεν έχουμε ως «Μεγάλη Ιδέα» την απελευθέρωση κάποιων εδαφών ή υποδούλων αδελφών. Έχουμε όμως ανάγκη ικανής αμυντικής πολιτικής σε συνδυασμό με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, όχι απλώς για την εξασφάλιση της άμυνας της Πατρίδας αλλά για να μπορεί η Ελλάδα να είναι παρούσα, ως παράγων ειρήνης και σταθερότητας, στις ραγδαίες εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στο εγγύς και το ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον της. Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με ταχείς ρυθμούς, με γεωπολιτικές ανατροπές, ανακατατάξεις δυνάμεων, συμμαχιών, συμφερόντων και επιδιώξεων.

Τιμώντας σήμερα τις ΕΔ, το Έθνος τιμά επίσης τους αμέτρητους ήρωες και υπερασπιστές του που έπεσαν στα πεδία των μαχών. Είναι άξιοι τιμής και μνήμης, όπως λέει ο Περικλής στον Επιτάφιο, διότι «την χώραν ελευθέραν δι’ αρετήν παρέδοσαν, και μαχόμενοι ἐτελεύτησαν, δικαιοῦντες μὴ ἀφαιρεθῆναι αὐτὴν».

Τιμούμε επίσης όλα τα στελέχη και τους στρατεύσιμους που διασφαλίζουν σήμερα τα σύνορα και τα συμφέροντα της χώρας – σε ξηρά, θάλασσα και αέρα – κάτω από συνθήκες ιδιαίτερα δύσκολες και αντίξοες. Η αγάπη του ελληνικού λαού προς όλους είναι μεγάλη. Τους θαυμάζει, τους σέβεται και τους εμπιστεύεται.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ελλάδας φέρουν μια ιδιαίτερα βαριά ιστορική κληρονομιά, και το γνωρίζουν. Μια κληρονομιά βαρύτατη αλλά και αξιοζήλευτη, που βέβαια θέτει και αξιώσεις στους σημερινούς συνεχιστές της: να τιμήσουν την ιστορία και τις θυσίες των προγόνων. Αξιώσεις που είναι αντίστοιχης βαρύτητας και ευθύνης, ώστε «τῶν πατέρων μὴ χείρους φανῆναι».