Δρ Ιωάννης Παρίσης (*)

Πληθώρα άρθρων, απόψεων και σχολίων εμφανίζονται στο διαδίκτυο και ειδικά στο facebook από την Τρίτη 24 Νοεμβρίου, σχετικά με την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους από τους Τούρκους. Κάποια απ’ αυτά – ελάχιστα δυστυχώς – βρίσκονται στη σφαίρα της σοβαρής και ισορροπημένης ανάλυσης, τα περισσότερα όμως κινούνται στο χώρο της φαντασίας, του φανατισμού, των… προφητειών. Θα επιχειρήσω, με όσο ρεαλισμό γίνεται, κάποιες διαπιστώσεις.

Είναι γεγονός ότι η ενέργεια της Τουρκίας ήταν ακραία. Δεν καταρρίπτεται κάθε αεροσκάφος που (ίσως και τυχαία) εισέρχεται στον εναέριο χώρο άλλου κράτους, ειδικά όταν ανήκει σε χώρα με την οποία δεν βρίσκεσαι σε πόλεμο. Βεβαίως, το ρωσικό αεροσκάφος δεν βρέθηκε στην περιοχή εκείνη στο πλαίσιο κάποιες εκπαιδευτικής διέλευσης αλλά στο πλαίσιο πολεμικής αποστολής, κατά την οποία βομβάρδιζε επίγειους στόχους. Οι πολεμικές επιχειρήσεις διεξάγονται πάντοτε σε κατάσταση έντασης, και έτσι τα πάντα μπορεί να συμβούν. Ωστόσο, κάνει εντύπωση το γεγονός ότι η τουρκική ηγεσία δεν επικαλέστηκε «λάθος» αλλά μιλάει για υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας, και επιμένει, κάτι που είναι φυσικό να εξοργίζει τους Ρώσους.

Συρία-Μια άλλη διαπίστωση που έμμεσα προκύπτει από το γεγονός αυτό είναι, το τι ακριβώς κάνει η Ρωσία στη Συρία. Αποδεικνύεται αυτό το οποίο πολλοί αγνοούν, ότι δηλαδή, η ρωσική αεροπορία δεν βομβαρδίζει καταρχήν το Ισλαμικό Κράτος (όπως οι περισσότεροι στην Ελλάδα νομίζουν ή θέλουν να πιστεύουν) αλλά την δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης, δηλαδή τους αντιπάλους του Άσαντ. Το σημείο κατάρριψης του ρωσικού αεροσκάφους – ακόμα και αν είναι εντός του συριακού εδάφους – βρίσκεται προς την μεσογειακή ακτή και ουδεμία σχέση έχει με το Ισλαμικό Κράτος.

Η Ρωσία απέστειλε δυνάμεις στη Συρία με σκοπό να υποστηρίξει – ουσιαστικά, να διασώσει – το καθεστώς του Άσαντ και να διασφαλίσει τις βάσεις της, τα ευρύτερα συμφέροντά της και την παρουσία της στην περιοχή. Έτσι βομβαρδίζει τις δυνάμεις του Ελεύθερου Συριακού Στρατού και άλλες ένοπλες ομάδες που είναι εχθροί του Άσαντ. Αυτό, εκ των πραγμάτων, την φέρνει σε αντιπαράθεση με την Τουρκία, λόγω διαφορετικών συμφερόντων και επιδιώξεων. Στην πράξη, στην περιοχή των συνόρων Τουρκίας-Συρίας, η Ρωσία και η Τουρκία βρίσκονται σε ένα άτυπο πόλεμο.

Τόσο ο Πούτιν όσο και ο Ερντογάν είναι ισχυροί ηγέτες στις χώρες τους, με προσωπικό γόητρο και γενική αποδοχή. Ο Ερντογάν έχει ανάγκη να προβληθεί ως ηγέτης που δεν επιτρέπει προσβολή της εθνικής κυριαρχίας της χώρας του, ενώ τον ενοχλεί σίγουρα το γεγονός ότι υπάρχει μια προσέγγιση, ή τουλάχιστον σύγκλιση θέσεων μεταξύ του Πούτιν και Δυτικών. Από την άλλη ο Πούτιν έχει πλέξει ένα προφίλ ισχυρού και αποφασιστικού ηγέτη, το οποίο προβάλλει τόσο στη χώρα του όσο και στη διεθνή σκηνή. Τελευταία βλέπει αυτό το προφίλ να πλήττεται. Από τη μια με την κατάρριψη του ρωσικού επιβατηγού αεροσκάφους στο Σινά από τρομοκράτες, από την άλλη με την προχθεσινή κατάρριψη του μαχητικού από την τουρκική αεροπορία.

Πώς θα αντιδράσει ο Πούτιν; Από την πρώτη στιγμή μίλησε για «σοβαρές συνέπειες» για την Τουρκία. Με βάση τα προλεχθέντα θα πρέπει να αναμένεται ότι θα αντιδράσει σκληρά ώστε πέραν των άλλων, να αποκαταστήσει το γόητρό του. Το «σκληρά» δεν σημαίνει βέβαια κήρυξη πολέμου κατά της Τουρκίας! Υπάρχουν και άλλα συμφέρονται της Τουρκίας που εξαρτώνται από τη Ρωσία, όπως οι – εν χρήσει και υπό μελέτη – αγωγοί φυσικού αερίου, η μεταφορά πετρελαίου στη Σαμψούντα (που εφοδιάζει τις εγκαταστάσεις του Τσεϊχάν) καθώς και ο πυρηνικός σταθμός παραγωγής ενέργειας στο Ακουγιού της Μερσίνας, την κατασκευή του οποίου έχει αναλάβει η Ρωσία.

Εκείνο, βέβαια, που δεν δικαιολογείται είναι η αντίδραση πολλών στην Ελλάδα. Κάποιοι (μάλλον με χαρά!) αναμένουν… ρωσο-τουρκικό πόλεμο, άλλοι περιμένουν τους Ρώσους να προστατέψουν τα ελληνικά νησιά (χωρίς να τους έχουν ρωτήσει… αν ενδιαφέρονται), πολλοί ζητούν να καταρρίπτεται κάθε τουρκικό αεροσκάφος που θα εισέρχεται στον ελληνικό εναέριο χώρο και πάει λέγοντας. Δεν λείπουν κι εκείνοι που μπλέκουν την… Ορθοδοξία στην όλη υπόθεση, μιλώντας για τον ορθόδοξο (Ρώσο) πιλότο που χτυπήθηκε από τους ισλαμιστές (Τούρκους)! Το πράγμα «δένει» με λίγο… Αγιασοφιά, για την οποία θα απαιτήσουν οι Ρώσοι να ξαναλειτουργήσει (κάποια προφητεία μάλλον θα το λέει).

Ευαισθητοποιημένοι πολλοί από το «ομόδοξον» θεωρούν πως ότι πράττουν οι Ρώσοι εκπροσωπεί το «καλό» ενώ ότι πράττουν οι Δυτικοί εκπροσωπεί το «κακό». Πιστεύουν προφανώς ότι οι αμερικανικές ή γαλλικές βόμβες είναι κακές ενώ οι ρωσικές είναι καλές (!!!). Ενώ οι πρώτες σκοτώνουν οι δεύτερες μάλλον ρίχνουν… σοκαλατάκια. Το ομόδοξον, βέβαια, μπορεί να δημιουργεί ένα κλίμα συναισθηματικής φόρτισης, δεν μπορεί όμως να αποτελεί στοιχείο χάραξης εξωτερικής πολιτικής. Όλα τα κράτη, κυρίως οι μεγάλες δυνάμεις, ενεργούν σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα, χωρίς ευαισθησίες. Αν αυτό δεν το κατανοήσουμε θα είμαστε πάντοτε οι χαμένοι και απογοητευμένοι.

Είναι και εκείνοι που βρήκαν άλλη μια ευκαιρία να επιτεθούν κατά του ΝΑΤΟ, διότι «κατάλαβαν» ότι η Συμμαχία είναι έτοιμη να κινητοποιηθεί για την υποστήριξη της Τουρκίας. Πολλοί έφτασαν στο σημείο να καλούν την ελληνική κυβέρνηση να… μη στείλει στρατεύματα για να πολεμήσουν στο πλευρό της Τουρκίας εναντίον των Ρώσων(!!!) Περίεργες αντιδράσεις που όμως μας τις εξηγεί ο Θουκυδίδης λέγοντας ότι  όταν προκύψει πόλεμος (ή κρίση) που δημιουργεί καθημερινές στερήσεις, οι άνθρωποι οδηγούνται σε ακραίες σκέψεις και πράξεις, ενώ οι ψυχικές εντάσεις ερεθίζουν τα πνεύματα, οξύνουν τον φανατισμό και κάνουν τους ανθρώπους εύπιστους και εύκολους αποδέκτες προλήψεων, μύθων, θρύλων, προφητειών και περίεργων απόψεων που εκφέρονται συνήθως από λαϊκιστές.

Η Ρωσία είναι μια μεγάλη δύναμη που οπωσδήποτε έχει το δικό της ειδικό βάρος σε περιφερειακό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, μοναδικός στόχος της – όπως και κάθε άλλης δύναμης – είναι η διασφάλιση των δικών της εθνικών συμφερόντων. Και ορθώς πράττει. Εμείς, ως συμπατριώτες του Θουκυδίδη θα έπρεπε λογικά να γνωρίζουμε καλύτερα από όλους ότι «δεν υπάρχουν σταθερές φιλίες, υπάρχουν μόνο σταθερά συμφέροντα». Η ανάπτυξη και διατήρηση διμερών σχέσεων με τη Ρωσία, σε κάθε τομέα, αποτελεί θετικό στοιχείο στο πλαίσιο μιας πολύπλευρης και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. Αυτό καθόλου δεν μπορεί να σημαίνει εγκατάλειψη των πάγιων προσανατολισμών της Χώρας και των συμμάχων της ή αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεών της στο πλαίσιο των συμμαχιών και της συμμετοχής της σε διαφόρους διεθνείς οργανισμούς.

Από την άλλη, σε ότι αφορά στην Τουρκία, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν λειτουργεί με τους θεσμούς και τις αρχές που λειτουργούν τα κράτη με «δυτικού τύπου κοινοβουλευτική δημοκρατία». Το γεγονός αυτό έχει να κάνει και με την εξωτερική της πολιτική και τον τρόπο που συμπεριφέρεται και δρα στις διεθνείς σχέσεις της. Ανάλογη λοιπόν θα πρέπει να είναι και η αντιμετώπισή της και οι χειρισμοί από την πλευρά μας. Θα θυμίσω εδώ το γνωστό κείμενο του Παναγιώτη Κονδύλη που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Θεωρία του Πολέμου» (Θεμέλιο, 1997). Βλ. σε παλιότερο δημοσίευμά μου: Σκέψεις του Παναγιώτη Κονδύλη για τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις

Τελευταία, η «ρωσολαγνία» στην Ελλάδα κάνει όλο και πιο εμφανές ότι από τα τρία κόμματα που δημιουργήθηκαν στην Επανάσταση του ’21 – Αγγλικό, Γαλλικό και Ρωσικό – το τρίτο καθίσταται περισσότερο δημοφιλές (ενώ το πρώτο «αντικαταστάθηκε» εδώ και δεκαετίες από το…»αμερικανικό»). Ωστόσο θα πρέπει να δούμε το θέμα και από την πλευρά της ψυχολογίας των μαζών. Συνήθως, όλοι αντιπαθούν ή κακολογούν τον ισχυρό που έχουν από πάνω τους: ο εργάτης τον εργοδότη, ο υπάλληλος τον διευθυντή, ο στρατιώτης τον διοικητή του κοκ. Έτσι οι λαοί των μικρών χωρών της Δύσης αντιπαθούν τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ της Ανατολής αντιπαθούσαν και συνεχίζουν να αντιπαθούν (κάποιοι μέχρι μίσους), τους Ρώσους. Όπως αντιπαθούσαν, στην αρχαία Ελλάδα, οι μικρές πόλεις-κράτη την Αθήνα που ήταν η ισχυρή και ηγεμονεύουσα δύναμη.

(*) Ο Ιωάννης Παρίσης είναι Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης – Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Κρήτης, Πρόεδρος της Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων (ΑΣΑ) – http://www.acastran.org