Δρ Ιωάννης Παρίσης (*)

Οι αιματηρές συγκρούσεις στη Συρία και το Ιράκ έφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα των ενδο-ισλαμικών θρησκευτικών αντιθέσεων. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί σύνοψη του αντιστοίχου κεφαλαίου του πρόσφατου βιβλίου μου Η ΚΑΘ’ ΗΜΑΣ ΘΑΛΑΣΣΑ – Γεωστρατηγική Ανάλυση της Μεσογείου. Περιλαμβάνεται επίσης ως ένθετο στο άρθρο μου «Προς ισλαμικό εμφύλιο; Οι συγκρούσεις στο Ιράκ και το «χαλιφάτο» με τα 16 βιλαέτια» που δημοσιεύεται στο τεύχος Ιουλίου 2014 του περιοδικού ΑΜΥΝΑ & ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ.

Η θρησκεία του Ισλάμ κυριαρχεί στο σύνολο του αραβικού κόσμου και επηρεάζει τόσο την κοινωνική ζωή των ανθρώπων όσο και την εσωτερική και εξωτερική πολιτική των αραβικών κρατών. Ωστόσο, χαρακτηρίζεται από μια μεγάλη διάσπαση σε αντίπαλα δόγματα και εκφάνσεις του Ισλάμ, οι οποίες συχνά βρίσκονται σε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ τους.

Τα δύο κύρια δόγματα του κόσμου του Ισλάμ είναι ο Σουνιτισμός (Sunni) και οι Σιιτισμός (Shia). Αμφότερα διακρίνονται σε επιμέρους θρησκευτικές ομάδες. Υπάρχει και ένας τρίτος, μικρός σε αριθμό κλάδος, ο Ιμπαντισμός (Ibadhism), που εντοπίζεται κυρίως στο Ομάν.

Islam

Ο Σουνιτισμός

Οι Σουνίτες μουσουλμάνοι εκπροσωπούν το «ορθόδοξο» Ισλάμ και αποτελούν σήμερα το 80% και πλέον του ισλαμικού κόσμου. Είναι το κομμάτι που πιστεύει πως όλοι οι σύντροφοι του Προφήτη ήταν φερέγγυοι και πως ο καλύτερος σύντροφος μετά τον Προφήτη ήταν ο πρώτος χαλίφης Αμπού Μπακρ. Ακολουθεί ο δεύτερος χαλίφης Ομάρ Χατάμπ και στη συνέχεια ο Οθμάν και ο Αλί. Επίσης, ότι τέσσερις ήταν οι μεγάλοι νομοδιδάσκαλοι και θεολόγοι της μουσουλμανικής θρησκείας, των οποίων η γνώμη θεωρείται ότι έχει κύρος νόμου. Ονομάζονται Μεγάλοι Ιμάμηδες και είναι οι Αζάμ Έμπου Χανιφέ, Μαλίκι, Χανμπελί και Σάφιι.

Τα ονόματα αυτών των τεσσάρων ιμάμηδων δόθηκαν στις τέσσερις θρησκευτικές ομάδες, από τις οποίες αποτελείται ο Σουνιτικός Ισλαμισμός. Οι ομάδες αυτές ασχολήθηκαν με την ανάλυση όλων σχεδόν των κοινωνικών φαινομένων και συνηθειών του σουνιτικού μουσουλμανικού κόσμου. Κάθε μία ομάδα έχει τον δικό της ανεξάρτητο τρόπο σκέψης.

Σουνίτες είναι σχεδόν το σύνολο του αραβικού κόσμου και ειδικώς των χωρών της Βόρειας Αφρικής και της Αραβικής Χερσονήσου. Σημειώνεται ότι στη σουνιτική ομάδα των Μαλίκι ανήκει το σύνολο σχεδόν των Αράβων της Βόρειας Αφρικής. Επίσης, Σουνίτες είναι η πλειονότητα των μουσουλμάνων της Τουρκίας, της Βαλκανικής, της Αφρικής, της Νοτιοανατολικής Ασίας, της Κίνας και της Νότιας Ασίας.

Κύρια θρησκευτική σουνιτική οργάνωση αποτελούν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι ή Μουσουλμανική Αδελφότητα (Muslim Brotherhood). Δημιουργήθηκε αρχικά στην Αίγυπτο, έχει όμως εξαπλωθεί και σε άλλες αραβικές χώρες, τόσο της Μέσης Ανατολής (όπως στη Συρία) όσο και στις χώρες του Μαγκρέμπ. Ιδρύθηκε το 1928 στην Ισμαηλία της Αιγύπτου, από τον Χασάν αλ Μπάνα (Hasan al-Banna), έναν 22χρονο δάσκαλο, ως απάντηση στη διάλυση του Ισλαμικού Χαλιφάτου από τον Τούρκο ηγέτη Κεμάλ Ατατούρκ το 1924. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη οργάνωση, έχει καταστεί το ιδεολογικό και θεσμικό κέντρο του σουνιτικού δόγματος στον αραβικό και στον ισλαμικό κόσμο, κυρίως στην Αίγυπτο.

Ο Σαλαφισμός αποτελεί άλλη μία, φονταμενταλιστικού τύπου, έκφραση του σουνιτικού Ισλάμ. Ο σύγχρονος Σαλαφισμός βασίζεται σε μια αυστηρή επανερμηνεία του Ισλάμ, που καλεί τους μουσουλμάνους να επιστρέψουν στις αρχικές διδασκαλίες που περιγράφονται στο Κοράνι και στις πρακτικές του Προφήτη Μωάμεθ, όπως κατανοήθηκαν από τους συντρόφους του. Σύμφωνα με τους Σαλαφιστές, μη-ισλαμικές σκέψεις έχουν μολύνει το «αληθινό» μήνυμα του Ισλάμ για αιώνες και οδήγησαν στην απομάκρυνση από τον ισλαμικό τρόπο ζωής. Οι Σαλαφιστές αποτελούν μειοψηφία μεταξύ του παγκόσμιου μουσουλμανικού πληθυσμού, ακόμη και μεταξύ των Ισλαμιστών. Κατά κάποιο τρόπο, ο Σαλαφισμός μπορεί να θεωρηθεί ως απόρριψη της πολιτικής ιδεολογίας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Ο Σιιτισμός

Ο Σιιτισμός ξεκίνησε ως πολιτική άποψη μετά το θάνατο του Προφήτη Μωάμεθ, το έτος 632 μ.Χ., εκ του γεγονότος ότι μια ομάδα μουσουλμάνων πίστευε πως ο εξάδελφος και γαμπρός του Προφήτη, ο Αλί, είχε το δικαίωμα να γίνει χαλίφης. Ο Σιιτισμός παρουσιάστηκε αρχικά ως ένα πολιτικό κόμμα, καθαρά αραβικό. Στο πέρασμα των αιώνων αναπτύχθηκε αρκετά, φτάνοντας στο σημείο να δημιουργήσει θρησκευτικές ομάδες πολύ πιο απομακρυσμένες από το επίσημο Ισλάμ.Η πολιτική διαφορά έναντι του Σουνιτισμού ενισχύθηκε από ξένα στοιχεία και μετατράπηκε με την πάροδο των χρόνων σε θρησκευτική.

Οι Σιίτες πιστεύουν στους δώδεκα Ιερούς Ιμάμηδες. Από το 1979 υπήρξε μια νέα εξέλιξη, η γνωστή ως Ουλάγιατ αλ Φακίεχ, που εμφανίστηκε με τον ερχομό του Αγιατολάχ Χομεϊνί. Παρακλάδια του Σιιτισμού αποτελούν οι Ζαϊδίτες, οι Ισμαηλίτες κ.ά. Ο Σιιτισμός καλύπτει το 10-15% του μουσουλμανικού κόσμου. Σιίτες είναι η πλειονότητα του πληθυσμού στο Ιράν και στο Αζερμπαϊτζάν, ενώ υπάρχουν σημαντικές ομάδες στο Ιράκ, στο Μπαχρέιν και μικρότερες στον Λίβανο και στο Πακιστάν. Η άνοδος του Χομεϊνί στην εξουσία στο Ιράν, μετά το 1979, ενίσχυσε τη θέση των Σιιτών παγκοσμίως, αλλά ταυτοχρόνως προκάλεσε ανησυχία στους μη σιιτικούς πληθυσμούς, ιδιαίτερα στους Άραβες, που αντιπαθούσαν τους Ιρανούς και επέκριναν την ανάμιξη των κληρικών σε πολιτικά ζητήματα.

Η έντονη παρουσία και ο ρόλος των δυναμικών Σιιτών στον Λίβανο αποτελεί σημαντική γεωπολιτική συνιστώσα, κυρίως εξαιτίας της εγγύτητας προς το Ισραήλ. Η εγγύτητα αυτή έθεσε τον σιιτικό πληθυσμό στο προσκήνιο έντονων αντιπαραθέσεων μεταξύ των δύο χωρών και κατέστησε τον κάποτε άγνωστο ορεσίβιο σιιτικό κόσμο του Λιβάνου γνωστό παγκοσμίως με τα ένοπλα κινήματα αντίστασης, ιδίως της Αμάλ και αργότερα της Χεζμπολά.

Οι Αλαουίτες ή Νουσαϊρία αποτελούν κλάδο των Σιιτών, αν και έχουν διαφορές μεταξύ τους. Έχουν κι αυτοί μυστικές διδασκαλίες, χωρίς να έχουν το σιιτικό σύστημα που δίνει μεγάλη ισχύ στον ιμάμη και είναι γενικά λιγότερο θρησκευόμενοι. Ιδρυτής τους ήταν ο Μουχάμαντ-μπιν-Νουσάιρ. Διαβιούν ως θρησκευτική κοινότητα στις περιοχές της συριακής ακτής, αποτελώντας μάλιστα το περιβάλλον που στηρίζει το καθεστώς του Σύρου Προέδρου Άσαντ. Μετά την ιρανική επανάσταση, το Ιράν προσέγγισε τους Άραβες Αλαουίτες επιδιώκοντας να τους πείσει ότι είναι πραγματικοί Σιίτες, παρέχοντας υποσχέσεις για σιιτική ιρανική υποστήριξη προς το καθεστώς της Δαμασκού, που στηρίζεται απ’ αυτούς.

Οι Αλαουίτες δεν θα πρέπει να συγχέονται με τους Αλεβίτες (Alevis), παρά την ομοιότητα των ονομασιών τους, καθόσον εκπροσωπούν διαφορετικές τάσεις του Ισλάμ. Επιπλέον, οι πρώτοι είναι Άραβες, ενώ οι δεύτεροι είναι Τούρκοι. Η πίστη των Αλεβιτών είναι μια σχετικά αδόκιμη ερμηνεία του Ισλάμ, ανοικτή σε αμφότερα τα γένη, ακόμη και στους μη μουσουλμάνους. Μια πρόσθετη διαφορά μεταξύ των δύο σχεδόν συνώνυμων σεκτών είναι ότι ενώ η πίστη των Αλαουιτών θεωρείται ως παρακλάδι του σιιτικού Ισλάμ, οι Αλεβίτες δεν είναι ούτε Σουνίτες ούτε Σιίτες. Οι Τούρκοι Αλεβίτες έχουν ιστορικά αυτοπροσδιοριστεί ως μειονότητα που έχει υποστεί διωγμούς από την πλειονότητα των Σουνιτών.

(*) Ο Ιωάννης Παρίσης είναι Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης – Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Κρήτης, Πρόεδρος της Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων (ΑΣΑ) – http://www.acastran.org