(Ομιλία κατά την χθεσινή παρουσίαση του βιβλίου του Δρος Ι. Παπαφλωράτου)

Δρ Ιωάννης Παρίσης (*)

Παπαφλωρατος-ΒΙΒΛΙΟΌταν καλείται κάποιος να μιλήσει για ένα ογκώδες συγγραφικό έργο όπως αυτό που παραδίδει στην ελληνική βιβλιογραφία ο Γιάννης Παπαφλωράτος, προβληματίζεται για το τι θα πρέπει να πει και τι να παραλείψει. Ένα δίτομο έργο, με σύνολο 1.700 σελίδων περίπου και σχεδόν 5.000 βιβλιογραφικές παραπομπές. Όσοι έχουν την εμπειρία της συγγραφής και ειδικώς στο πεδίο της έρευνας, που σημαίνει απαιτήσεις ακρίβειας και τεκμηρίω-σης, κατανοούν το μέγεθος της προσπάθειας καθώς και τον χρόνο και τον κόπο που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα.

Πολλά από τα γεγονότα που συνέβησαν στη διάρκεια των πρώτων 120 ετών του ελεύθερου ελληνικού κράτους, στα οποία αναφέρεται το έργο του Γιάννη Παπαφλωράτου, δεν είναι ευρύτερα γνωστά, παρά το γεγονός ότι επέδρασαν καταλυτικά στην πορεία του ελληνικού έθνους. Είναι προδήλως ανέφικτο να γίνει αναφορά στο σύνολο του περιεχομένου αυτού του έργου ή σε λεπτομέρειες ιστορικών γεγονότων, που προφανώς είναι αμέτρητες. Επέλεξα λοιπόν να εστιάσω σε κάποιες κύριες επισημάνσεις.

βιβλίο_Παπαφλωράτου

Μια πρώτη γενική παρατήρηση, την οποία την εξέθεσα ήδη στον συγγραφέα, είναι το ότι ο τίτλος του βιβλίου αδικεί αυτό το σημαντικό έργο. Ο μέσος αναγνώστης, διαβάζοντας ή ακούγοντας τον τίτλο θεωρεί ότι αναφέρεται μόνο σε στρατιωτικές οργανώσεις, μονάδες, μεραρχίες και πολεμικές επιχειρήσεις. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική. Στην πραγματικότητα το έργο του Γιάννη Παπαφλωράτου είναι μία Πολιτική, Διπλωματική και Στρατιωτική ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.

Τούτο βεβαίως είναι εύλογο, καθόσον, η πορεία ενός στρατεύματος δεν είναι και δεν μπορεί να είναι, αποκομμένη από το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, καθώς και τις συνθήκες και καταστάσεις που σε κάθε χρονική περίοδο – ειρηνική ή πολεμική – επικρατούν. Άλλωστε το στράτευμα προήλθε από τους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, ενώ επίσης διαδραμάτισε κομβικό ρόλο σε πλήθος κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων – άλλοτε θετικά, άλλοτε αρνητικά.

Επιπλέον, μπορεί μεν οι πολεμικές επιχειρήσεις να είναι δουλειά των στρατιωτικών, όμως ο πόλεμος είναι πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο και ως τέτοιο επηρεάζεται αμέσως ή εμμέσως από πολιτικές αποφάσεις και ενέργειες, καθώς και από την επιτυχή ή όχι δράση της διπλωματίας. Επίσης, η αρμοδιότητα της κήρυξης πολέμου ή της σύναψης ειρήνης, ανήκει στην πολιτική εξουσία, η οποία στο πλαίσιο της άσκησης της υψηλής στρατηγικής καθορίζει τον πολιτικό σκο-πό του πολέμου, τον οποίο καλείται να υλοποιήσει η στρατιω-τική ηγεσία.

Ο συγγραφέας παραθέτει αναλυτικά το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε και έδρασε ο Ελληνικός Στρατός στη διάρκεια των πρώτων 120 ετών του ελληνικού κράτους. Περιγράφει με επιστημονική πληρότητα και ευρεία τεκμηρίωση την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση κάθε περιόδου, παρέχοντας στον αναγνώστη σαφή εικόνα των συνθηκών που επικρατούσαν, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές περιβάλλον, καθώς και των ορθών ή εσφαλμένων κυβερνητικών αποφάσεων και ενεργειών, οι οποίες φυσικά είχαν επίδραση στο αξιόμαχο του ΕΣ.

Επισημαίνει, επίσης, με αντικειμενικότητα τα αίτια που οδήγησαν στις επιτυχίες και τις αποτυχίες καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβησαν τα γεγονότα. Η γραφή του Γιάννη Παπαφλωράτου διατηρεί αμείωτη τη ζωντάνια και τη γλαφυρότητά της σε όλο το έργο, παρά την τεράστια έκταση της εξιστόρησης.

Οι πολιτικές συνθήκες και η οικονομική ανάπτυξη μιας περιόδου, η τεχνολογία που χρησιμοποιείται, οι κυρίαρχες αξίες, σχέσεις και ιδεολογίες, αποτελούν μαζί με άλλους παράγοντες, την κουλτούρα κάθε εποχής και καθορίζουν την μορφή του πολέ-μου και κατά συνέπεια την οργάνωση και χρησιμοποίηση των στρατευμάτων.

Ο Γιάννης Παπαφλωράτος εξιστορεί με εντυπωσιακή σχολαστικότητα, τη συγκρότηση, την πορεία και τη δράση του Ε.Σ., από την εποχή του Καποδίστρια μέχρι το μέσον του 20ου αιώνα. Κυρίως όμως αναλύει λεπτομερώς την εμπόλεμη περίοδο, η οποία εκκινώντας από τα τέλη του 19ου αιώνα και το «Μαύρο» 1897 καλύπτει ολόκληρο το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, καταλήγοντας στο Βίτσι και τον Γράμμο το 1949.

Πρόκειται για την περίοδο που είναι πλήρης έντονων ιστορικών γεγονότων, πολιτικών και στρατιωτικών – αν και συχνά είναι δύσκολη η μεταξύ τους διάκριση – τα οποία συνέβαλαν θετικά ή αρνητικά, στη διαμόρφωση του συγχρόνου ελληνικού κράτους και συνεχίζουν να επηρεάζουν τις πολιτικές κυρίως αντιλήψεις.

Η περίοδος αυτή συμπίπτει και διαπλέκεται με τις μεγαλύτερες περιπέτειες που έζησε το νεότερο ελληνικό κράτος. Περιλαμβάνει τον ατυχή πόλεμο του 1897, τον Μακεδονικό Αγώνα, δύο Βαλκανικούς Πολέμους, δύο Παγκοσμίους Πολέμους, την Μι-κρασιατική εκστρατεία και την καταστροφή που ακολούθησε, αλλά επίσης και διχασμούς, εμφύλιες συγκρούσεις, στρατιωτικά κινήματα, πραξικοπήματα, δικτατορίες.

Κορυφαίες πολεμικές δεκαετίες επί του προκειμένου είναι φυσικά η δεκαετία 1912-22 και εκείνη του 1940-49. Και οι δύο αυτές δεκαετίες διαμόρφωσαν καθοριστικά τη χώρα, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά τους.

Η πρώτη άρχισε το 1912, με την μεγάλη νικηφόρα πορεία και έκλεισε το 1922 με τον ακρωτηριασμό του Ελληνισμού. Μια δεκαετία συνεχών πολεμικών συγκρούσεων στις οποίες συμμετείχε ο ΕΣ. Από την Μακεδονία, την Ήπειρο και τη Θράκη μέχρι την Ουκρανία και τη Μικρά Ασία. Μια δεκαετία που τα είχε όλα: έπη και καταστροφές, δόξες και ντροπές, σύμπνοια και διχασμό, ηρωισμούς και προδοσίες, περιόδους δημοκρατικής ζωής αλλά και εκτροπών.

Το δράμα της Μικρασιατικής καταστροφής ήρθε να ολοκληρώσει τον Νοέμβριο του 1922, η εκτέλεση των «ΕΞΙ», ύστερα από μία δίκη παρωδία που αποτελεί μελανή σελίδα στα πολιτικά και δικαστικά χρονικά της νεότερης ιστορίας της χώρας, στην οποία βεβαίως ενεπλάκησαν και στρατιωτικοί.

Ακολούθησε η περίοδος της αβασίλευτης δημοκρατίας, την οποία περιγράφει με αντικειμενικότητα και ευρεία τεκμηρίωση ο συγγραφέας. Μία περίοδος πολιτικής αστάθειας, έντονων αντιπαραθέσεων, δικαστικών διώξεων αντιπάλων, στρατιωτικών παρεμβάσεων και εκτροπών – συχνά με την αφανή ή εμφανή υπόθαλψη ή υποκίνηση πολιτικών παρατάξεων – με αποκορύφωμα το Κίνημα του 1935 που έφερε αντιμέτωπες μονάδες του Ελληνικού Στρατού.
Η ανάληψη της εξουσίας από τον Ιωάννη Μεταξά, παρά το γεγονός ότι αποτέλεσε εκτροπή από τον κοινοβουλευτισμό, προετοίμασε κατάλληλα την χώρα, ώστε με την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου να καταστεί πρωτοπόρος στη νίκη κατά του Άξονος. Βρισκόμαστε ήδη στην δεύτερη κρίσιμη δεκαετία της νεότερης ιστορίας μας, που κατά διαβολική σύμπτωση, όπως και η προηγούμενη, ξεκίνησε με ένα ΕΠΟΣ και κατέληξε με μία ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ. Διότι παρά το γεγονός ότι ο Εθνικός Στρατός εξήλθε νικητής, η σύγκρουση εκείνη επισώρευσε νεκρούς, τραυματίες, καταστροφές υποδομών και οικονομική οπισθοδρόμηση.

Ένα μεγάλο μέρος του δευτέρου τόμου, συνολικά 200 και πλέον σελίδες, είναι αφιερωμένο ειδικώς στην ιστορία των πρώτων οκτώ Μεραρχιών Πεζικού καθώς και τριών ανεξαρτήτων Ταξιαρχιών. Οι πρώτες δύο Μεραρχίες του ΕΣ συγκροτήθηκαν λίγο πριν τον ατυχή πόλεμο του 1897, μία τρίτη συγκροτήθηκε το 1900, ενώ οι άλλες πέντε, προ και κατά την διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου.

Μία κύρια και γενική διαπίστωση, που αναδύεται μέσα από τις σελίδες του έργου του Γιάννη Παπαφλωράτου, είναι ότι οι επιτυχίες και τα έπη γράφτηκαν όταν υπήρξαν δύο προϋποθέσεις: Όταν η χώρα είχε ικανές ηγεσίες και όταν υπήρξε μέριμνα για τις ένοπλες δυνάμεις.

Όποτε στο τιμόνι της χώρας βρέθηκαν ηγεσίες που ενδιαφέρθηκαν για τις ένοπλες δυνάμεις, η χώρα πέτυχε νίκες, υλοποίησε εθνικούς στόχους, απελευθέρωσε αλύτρωτα εδάφη και πληθυσμούς, αντιμετώπισε με επιτυχία ξένους επιβουλείς. Η διαπίστωση αυτή αποδεικνύεται περίτρανα στις περιπτώσεις του 1912-13 και του 1940-41.

Αναμφιβόλως, η νικηφόρα πορεία της Ελλάδας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, που οδήγησε στον διπλασιασμό της χώρας, δεν θα γινόταν πραγματικότητα χωρίς την ύπαρξη κάποιων προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και η ανάληψη της αρχής από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ομοίως, το Έπος του 1940 θα ήταν μάλλον ανύπαρκτο χωρίς τον Ιωάννη Μεταξά. Τα δύο αυτά έπη του νεότερου Ελληνισμού επιτεύχθηκαν όταν ικανές ηγεσίες πέτυχαν να βγάλουν τη χώρα από το τέλμα, να αναδιοργανώσουν το κράτος, να ανορθώσουν το φρόνημα, να ανασυγκροτήσουν και να προετοιμάσουν κατάλληλα το στράτευμα.

Αντιθέτως, όποτε οι ηγεσίες ήταν κατώτερες των περιστάσεων, με διχαστικές ενέργειες και ανώμαλες πολιτικές καταστάσεις, οικονομικές αποτυχίες, έλλειψη κοινωνικής συνοχής και αδιαφορία για το στράτευμα, η χώρα οδηγήθηκε σε ήττες, ταπεινώσεις και καταστροφές. Αναφέρω ενδεικτικά το όνειδος του 1897, τον Διχασμό του 1915 και μετέπειτα, την καταστροφή στη Μικρά Ασία και τον Εμφύλιο της δεκαετίας του 1940.

Μία ακόμη διαπίστωση είναι ότι σε κάθε ιστορική περίοδο, παρατηρούμε κάποιες όμοιες καταστάσεις που είναι ιδιαιτέρως διδακτικές και οι οποίες περιγράφονται και αναλύονται σε βάθος στο έργο του Γιάννη Παπαφλωράτου που παρουσιάζουμε σήμερα:

ΠΡΩΤΟΝ: Τόσο στην περίπτωση των Βαλκανικών Πολέμων, όσο και σ’ εκείνη του Έπους του ‘40, είχαν προηγηθεί περίοδοι γενικής καταρρεύσεως της χώρας στον οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό τομέα, καθώς και προβληματικής εσωτερικής συνοχής και κρατικής οργανώσεως. Ενδιαφέρον έχει, φυσικά, να ερευνήσουμε τα επιμέρους στοιχεία που συνέβαλαν στην απόκτηση της σχετικής ισχύος, έναντι των αντιπάλων, την δεδομένη χρονική στιγμή. Είναι κάτι που το βρίσκουμε στις σελίδες του έργου αυτού, με εντυπωσιακές λεπτομέρειες.

ΔΕΥΤΕΡΟΝ: Τις εθνικές επιτυχίες ακολούθησαν σε κάθε περίπτωση, περίοδοι πολιτικής αστάθειας, διχασμού, και εμφυλίων συγκρούσεων. Αυτό συνέβη τόσο στην δεκαετία του 1910 όσο και στην δεκαετία του 1940. Αλλά αν πάμε και παλιότερα – που βέβαια είναι εκτός της ιστορούμενης στο έργο αυτό περιόδου, έχουμε τον εθνικό διχασμό και τις αδελφοκτόνες συγκρούσεις που ακολούθησαν το έπος της εθνικής επαναστάσεως του 1821. Και αν πάμε ακόμη πιο πίσω θα βρούμε τον αδελφοκτόνο τριακονταετή πόλεμο που ακολούθησε τα Έπη των Περσικών πολέμων.

ΤΡΙΤΟΝ: Σε όλες τις περιπτώσεις, ουσιώδης παράγων των επιτυχιών εμφανίζεται η μέριμνα για τις ένοπλες δυνάμεις. Ικανές ηγεσίες επιτύγχαναν συγκροτημένο και αποδοτικό κράτος, και ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες, προϋποθέσεις απαραίτητες για την συγκρότηση αξιόμαχης και αποτελεσματικής στρατιωτικής δύναμης.

Το 1897, η Ελλάδα οδηγήθηκε σε ήττα διότι δεν υπήρχαν τα αντικειμενικά στοιχεία ισχύος για την επίτευξη του στόχου της. Η Μεγάλη Ιδέα ήταν απαίτηση του ελληνικού λαού, αλλά η χώρα δεν διέθετε ούτε την απαιτούμενη ισχύ ούτε την κατάλληλη ηγεσία. Η ήττα εκείνη, απέδειξε ότι δεν αρκεί μόνο ο πατριωτικός ενθουσιασμός και η γενναιότητα για την επίτευξη της νίκης. Απαιτείται «πραγματική ισχύς» – δηλαδή αξιόμαχο στράτευμα – προϋποθέσεις της οποίας είναι η ισχυρή οικονομία, η εσωτερική σταθερότητα και η ικανή εξωτερική πολιτική.

Ομοίως, το 1922 η Ελλάδα οδηγήθηκε στην πλέον οδυνηρή ήττα της νεότερης ιστορίας της, με ακόμη πιο οδυνηρές εθνικές συνέπειες, όταν η πολιτική οδηγήθηκε σε αποτυχία, με αποτέλεσμα την κατάρρευση. Αν ήταν δυνατόν να συμπεριλάβουμε σε μερικές λέξεις τα αίτια της καταστροφής θα λέγαμε: διχόνοια, φανατισμός, διχασμός, παράκεντρα εξουσίας, κομματική διάβρωση του στρατεύματος, ευνοιοκρατία, προσωπολατρία. Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα εσφαλμένες πολιτικές αποφάσεις και επιλογές προσώπων, άγνοια για την κατάσταση και τις ανάγκες του στρατού, πτώση του ηθικού και της μαχητικής του ικανότητας, με αποτέλεσμα μετά μια τριετία να οδηγηθεί σε κατάρρευση και πλήρη διάλυση.

Μέσα από τις σελίδες του ογκώδους έργου του Γιάννη Παπαφλωράτου αναδεικνύονται γεγονότα, αποφάσεις, αντιπαραθέσεις, επιτυχίες και αποτυχίες, έπη και ταπεινώσεις. Εμφανίζονται τα χαρακτηριστικά – θετικά και αρνητικά – της ελληνικής κοινωνίας και των ηγεσιών της – πολιτικών και στρατιωτικών – τα οποία συνέβαλαν στις νίκες ή τις ήττες.

Η μελέτη της ιστορούμενης από τον Γιάννη Παπαφλωράτο περιόδου, οδηγεί στο γενικό συμπέρασμα ότι τα μεγάλου μεγέθους επιτεύγματα δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν χωρίς βαθιά και σοβαρή προεργασία σε όλους τους τομείς του εθνικού κορμού. Ικανή και αποτελεσματική ηγεσία, πολιτική σταθερότητα, ισχύς – οικονομική, δημογραφική και στρατιωτική – συμπαγές εσωτερικό μέτωπο, αποτελεσματική εξωτερική πολιτική, υψηλό ηθικό και φρόνημα στο στράτευμα και στο λαό, κατάλληλος εξοπλισμός, οργάνωση και εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων και πολλά άλλα, συμβάλλουν στην επίτευξη της νίκης.

Η οικονομική διάσταση της ισχύος αποτελεί το θεμέλιο της στρατιωτικής ισχύος και μαζί με την τεχνολογική βάση συνιστούν απαραίτητες προϋποθέσεις για τον συνεχή εξοπλισμό, εκπαίδευση και εκσυγχρονισμό του στρατεύματος. Το διατυπώνει εύστοχα και ο Θουκυδίδης, μέσα από τη δημηγορία του Ερμοκράτη προς τους Συρακούσιους: «…χρυσόν γὰρ καὶ ἄργυρον πλεῖστον κέκτηνται, ὅθεν ὅ τε πόλεμος καὶ τἆλλα εὐπορεῖ …»

Η οδυνηρή οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να έχει επιπτώσεις στην αποφασιστικότητα, στο φρόνημα και στην θέληση προς αντίσταση. Αυτήν την αποφασιστικότητα και το φρόνημα που οδήγησαν στα Έπη του «12-13» και του «40-41». Άλλωστε «τη Ελλάδι, πενίη αιεί ποτε σύντροφος εστί», όπως απάντησε ο Δημάρατος στον Ξέρξη όταν τον ρώτησε αν οι (φτωχοί) Έλληνες θα είχαν το κουράγιο και το σθένος ή θα δείλιαζαν να αντιπαρατεθούν στο μεγαλύτερο στράτευμα που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο κόσμος. «Αυτή η φτώχεια», του απήντησε ο Δημάρατος, «παντοτινή σύντροφος της Ελλάδος, δεν θα επηρεάσει την αγωνιστικότητα των Ελλήνων, η οποία είναι το πραγματικό όπλο τους».

Αυτή όμως η αγωνιστικότητα – το πραγματικό όπλο των Ελλήνων – εξαρτάται από το προσωπικό, που μαζί με το υλικό απο-τελούν τους δύο πόλους ισχύος των ενόπλων δυνάμεων. Άνδρες γαρ πόλις, και ου τείχη ουδέ νήες ανδρών κεναί. Με τα λόγια αυτά του Αθηναίου Στρατηγού Νικία, στη Σικελία, ο Θουκυδίδης δεν εννοεί φυσικά ότι τα «τείχη» και οι «νήες» είναι άχρηστα. Εκείνο που θέλει να τονίσει είναι ότι αυτά είναι άνευ αξίας αν δεν υπάρχουν κατάλληλοι και ικανοί άνδρες που θα τα επανδρώσουν και θα τα χειριστούν. Οφείλει λοιπόν η Πολιτεία να επενδύει στο προσωπικό των ΕΔ και να λαμβάνει κάθε μέριμνα ώστε να μπορεί να λειτουργεί στο κατάλληλο περιβάλλον και με τις κατάλληλες προϋποθέσεις.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις ήταν και παραμένουν το πλέον υγιές τμήμα και το πλέον οργανωμένο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και της κρατικής δομής. Αποτελούν την εγγύηση της ασφάλειας και των συμφερόντων της Χώρας αλλά, ταυτόχρονα, και το ουσιαστικό και ακαταμάχητο επιχείρημα της εθνικής πολιτικής. Σε αντίθεση με άλλους, επίσης σημαντικούς οργανισμούς, υπηρετούν ζωτικά συμφέροντα της χώρας, υπό την έννοια ότι αυτά είναι κρίσιμα γι’ αυτήν την ίδια την ύπαρξή της.

Αυτό το εσχατολογικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την αποστολή τους προβάλλει το γεγονός ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις συνιστούν την έσχατη «γραμμή άμυνας» του έθνους και της κοινωνίας. Τίποτε δεν μπορεί να λειτουργήσει αν δεν υπάρχει ασφάλεια και ειρήνη, η οποία βεβαίως δεν εξασφαλίζεται με δηλώσεις και συνθήματα, αλλά με επιτυχημένη στρατηγική αποτροπής την οποία, όπως και η Ιστορία αποδεικνύει, μόνο αποτελεσματικές ένοπλες δυνάμεις μπορούν να εγγυηθούν.

Από την άποψη αυτή, η εξιστόρηση της δημιουργίας, της ανά-πτυξης, της πορείας και της δράσης του ΕΣ που μας παραδίδει ο Γιάννης Παπαφλωράτος, αποτελεί έργο σημαντικής ιστορικής αλλά και εθνικής αξίας. Πολύ γενικά θα λέγαμε ότι το έργο αυτό το διατρέχει η αναφορά στον εθνικό στόχο της Μεγάλης Ιδέας, την μερική πραγμα-τοποίησή της αλλά και την εγκατάλειψή της μετά την μεγάλη καταστροφή του 1922.

Σήμερα, βεβαίως, δεν έχουμε ως «Μεγάλη Ιδέα» την απελευθέ-ρωση κάποιων εδαφών ή υποδούλων αδελφών. Έχουμε όμως ανάγκη ικανής αμυντικής πολιτικής σε συνδυασμό με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, όχι απλώς για την εξασφάλιση της άμυνας της χώρας, αλλά για να μπορεί η Ελλάδα να είναι παρούσα, ως παράγων ειρήνης και σταθερότητας, στις ραγδαίες εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στο εγγύς και το ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον της. Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με ταχείς ρυθμούς, με γεωπολιτικές ανατροπές, ανακατατάξεις δυνάμεων, συμμαχιών, συμφερόντων και επιδιώξεων.

(*) Ο Ιωάννης Παρίσης είναι Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης – Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Κρήτης, Πρόεδρος της Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων (ΑΣΑ) – http://www.acastran.org