Δρ. Ιωάννης Παρίσης
Υποστράτηγος ε.α., Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων

Το Αιγαίο ανήκει στην ευρύτερη μεσογειακή περιοχή και κατά συνέπεια εξετάζεται ως τμήμα του ευρύτερου μεσογειακού στρατηγικού περιβάλλοντος. Το τελευταίο παρουσιάζει υψηλή πολιτισμική και θρησκευτική διαφοροποίηση ενώ χαρακτηρίζεται από πολλά πραγματικά και πιθανά σημεία ανάφλεξης, συγκρούσεων και κρίσεων.

Στη διάρκεια της ιστορίας η Μεσόγειος Θάλασσα είχε καταστεί το κέντρο του κόσμου, ο χώρος όπου αναπτύχθηκαν οι μεγαλύτεροι πολιτισμοί και θρησκείες και οι σημαντικότερες αυτοκρατορίες, παράλληλα όμως και το θέατρο μεγάλων συγκρούσεων. Ευρισκόμενη στο κέντρο ενός σχετικά ασταθούς περιφερειακού πλαισίου, η Μεσόγειος διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη μορφή του γεωστρατηγικού περιβάλλοντος ολόκληρης της Ευρώπης, της Βόρειας Αφρικής και Μέσης Ανατολής και ευρύτερα. Επιπλέον, το περιβάλλον αυτό επηρεάζεται από τις πολιτικές, τις φιλοδοξίες και τα συμφέροντα των μεγάλων παγκόσμιων παικτών που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι παρόντες στην περιοχή.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, το Αιγαίο αποτέλεσε από τα αρχαία χρόνια κέντρο ανάπτυξης πολιτισμών αλλά και συνδετικό κρίκο μεταξύ δύο ηπείρων – Ευρώπης και Ασίας – και δύο θαλασσών – Μεσογείου και Ευξείνου Πόντου. Το πολυνησιακό περιβάλλον του Αιγαίου – μοναδικό στην μεσογειακή λεκάνη – διαμορφώνει ένα ξεχωριστό γεωστρατηγικό σκηνικό που είτε εξυπηρετεί, είτε αποκόπτει άξονες γεωστρατηγικής επιρροής. Παράλληλα όμως παρέχει εύκολη πρόσβαση στην παράνομη μετανάστευση από την Ασία προς την Ευρώπη, γεγονός που δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα στην Ελλάδα.

Από το Αιγαίο διέρχονται δύο κύριοι άξονες:

  • εκείνος που συνδέει την Κεντρική Ευρώπη με τη Μεσόγειο και την Αφρική ή τη Μέση Ανατολή, διερχόμενος δια των Βαλκανίων και του λιμένα της Θεσσαλονίκης, και
  • εκείνος που συνδέει τον Εύξεινο Πόντο με την ίδια περιοχή, διερχόμενος διά των Στενών Βοσπόρου-Δαρδανελλίων.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, το Αιγαίο ελέγχει εκ των πραγμάτων κύριες εμπορικές οδούς, και κυρίως την διακίνηση της ενέργειας από τους χώρους παραγωγής της – που κατά βάση βρίσκονται στην Ανατολή – προς τους τόπους κατανάλωσης που βρίσκονται στη Δύση (Ευρώπη και Βόρεια Αμερική).

Εκείνο όμως που αναμένεται να έχει μεγάλο ενδιαφέρον στο μέλλον, είναι η κατασκευή μεγάλου δικτύου αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου στις περιοχές που περιβάλλουν το Αιγαίο. Αγωγοί που θα κινούνται κυρίως από το τουρκικό έδαφος και τον Εύξεινο προς τα Βαλκάνια και εκείθεν προς Κεντρική Ευρώπη, ή προς την Ελλάδα και εκείθεν, διά της Αλβανίας και της Αδριατικής, προς την Ιταλία.

Η μη υλοποίηση του σχεδίου εξόδου στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης, του ρωσικών συμφερόντων αγωγού (Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη), δεν θα πρέπει να αποκλείει ένα παρόμοιο ή ανάλογο σχέδιο στο μέλλον, στο πλαίσιο της ανάγκης διοχέτευσης της ενέργειας προς τις αγορές της Δύσης. Πλέον αυτών, η αναμενόμενη ανακάλυψη ενεργειακών κοιτασμάτων στις περιοχές που περιβάλλουν το Αιγαίο από το νότο, αναμένεται να δημιουργήσουν νέα δεδομένα για την στρατηγική σημασία της αιγιακής περιοχής. Αρκεί να ληφθεί υπόψη ότι ένας από τους υπό σκέψη αγωγούς είναι εκείνος που θα συνδέει το Ισραήλ και την Κύπρο με την Κρήτη και εκείθεν προς Πελοπόννησο, Ήπειρο και Ιταλία.

Όπως δείχνουν όλες οι εκτιμήσεις, τα αναμενόμενα ενεργειακά κοιτάσματα στο Αιγαίο είναι πολύ μικρότερα εκείνων που εκτιμώνται για τις περιοχές του Ιουνίου και ιδιαίτερα νοτίως της Κρήτης. Κατά συνέπεια, για την Ελλάδα προέχει η επιδίωξη ανεύρεσης και εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων των δύο αυτών περιοχών, όχι μόνον λόγω της αναμενομένης μεγαλύτερης αποδοτικότητας, αλλά διότι με τον τρόπο αυτό ακυρώνεται στην πράξη μία από τις αιτίες αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Υπάρχει όμως και άλλος ένας σοβαρότατος λόγος: το Αιγαίο ως ημίκλειστη θάλασσα, με τεράστιο αριθμό νήσων και μικρονησίδων, είναι εύκολο να υποστεί μια σταδιακή οικολογική μόλυνση από μικροατυχήματα ή διαρροές κατά τη διαδικασία της άντλησης πετρελαίου. Η καταστροφή αυτή θα είναι ανυπολόγιστη και ίσως μη αναστρέψιμη στην περίπτωση ενός σοβαρού ατυχήματος, αναλόγου εκείνου που συνέβη στον Κόλπο του Μεξικού.

Εις ότι αφορά στην τουρκική απειλή κατά της χώρας μας, θα σημειώσω επιγραμματικά ότι, προκειμένου να εκτιμήσουμε την υφιστάμενη ισορροπία ισχύος και το εύρος της απειλής, οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη όχι απλά τους αριθμούς αλλά και λοιπά στοιχεία ισχύος, όπως για παράδειγμα, τον γεωπολιτικό παράγοντα αλλά και το γεωστρατηγικό περιβάλλον. Καταρχήν, τα γεωγραφικά δεδομένα είναι καθοριστικά και θα λέγαμε ότι ευνοούν την Τουρκία, κυρίως υπό την έννοια του στρατηγικού βάθους, τόσο στην περιοχή του Αιγαίου όσο και σ’ εκείνη της βόρειας Ελλάδας. Η έκταση της τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την ελληνική, ενώ συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου, χώρο συμπαγή και αδιαίρετο, σε αντίθεση με τον ελληνικό χώρο – και μάλιστα τις κρίσιμες, ως θεάτρου πολεμικών επιχειρήσεων, περιοχές του Αιγαίου και της βόρειας Ελλάδας, από τον Έβρο μέχρι τον Αξιό – που αποτελείται από κατασπαρμένα και μεμονωμένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες.

Το στρατηγικό πλεονέκτημα που δίνει η εδαφική αυτή κατανομή στην τουρκική πλευρά είναι προφανές. Ο κατακερματισμένος ελληνικός χώρος μπορεί να καταληφθεί και να διατηρηθεί κατά τμήματα, ακόμη και πολύ μικρά. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει σχεδόν τη δυνατότητα να αποσπάσει από τον μεγάλο και συμπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο, ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι χωρίς να εμπλακεί σε μακρόχρονες και σε μεγάλο βάθος επιχειρήσεις, όπως συνέβη το 1922. Ανάλογο είναι το πρόβλημα της ελληνικής πλευράς σχετικά με την άμυνα κυρίως των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Η έλλειψη στρατηγικού βάθους καθιστά δυσχερή την υποστήριξη των νησιών, υποχρεώνοντας τον ελληνικό στρατό να διατηρεί σ’ αυτά από τον καιρό της ειρήνης, σημαντικές δυνάμεις και σχετικά αυτοδύναμο σύστημα διοικητικής υποστήριξης. Τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι όσα κατά καιρούς ακούγονται περί αμοιβαίας μείωσης εξοπλισμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποτελούν φαιδρότητες και όσοι τα εκφράζουν έχουν παντελή άγνοια των σχετικών θεμάτων.

Από την άλλη, ο γεωστρατηγικός περίγυρος της Τουρκίας είναι τελείως διαφορετικός από εκείνο της Ελλάδας, αλλά και τα μεγέθη της, σε ότι αφορά το έδαφος, τον πληθυσμό, τις ένοπλες δυνάμεις, είναι διαφορετικά. Αντιμετωπίζει πολλαπλές απειλές στο σύνολο των συνόρων της, γεγονός που της δημιουργεί πλήθος προβλημάτων ασφάλειας και συνεπώς αμυντικών αναγκών ενώ δεν θα πρέπει να παραβλέπεται το σοβαρότατο κουρδικό ζήτημα το οποίο συνιστά έναν «τουρκικό στρατηγικό εφιάλτη». Αντίθετα οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν το σύνολο των δυνατοτήτων τους προσανατολισμένο έναντι της Τουρκίας. Επιπλέον, η γειτνίαση της Τουρκίας με το «τρίγωνο της κρίσης» (Μεσόγειος – Κασπία – Περσικός), αυξάνει τα προβλήματα ασφαλείας της, ενώ παράλληλα την καθιστά κρίσιμο γεωστρατηγικό παίκτη στην περιοχή.

Κατά συνέπεια, εκείνο που θα πρέπει κατ’ ελάχιστον να επιδιώκει η ελληνική πλευρά, στο πλαίσιο μιας αποτελεσματικής υψηλής στρατηγικής είναι:

  • Συστηματική παρακολούθηση των εξελίξεων και των διεθνών δεδομένων και κατάλληλη και δυναμική παρέμβαση της εξωτερικής πολιτικής της,
  • Διατήρηση της αποτελεσματικότητας των Ενόπλων Δυνάμεων σε υψηλό επίπεδο,
  • Κατάλληλη στρατηγική συμμαχιών, με ουσιαστική συμμετοχή στα συμμαχικά σχήματα που συμμετέχει ήδη η χώρα, και με παράλληλη απόκτηση σχέσεων συνεργασίας και φιλίας με άλλους διεθνείς παίκτες (Ρωσία, Κίνα, Αραβικός κόσμος).

Φυσικά, η διασφάλιση των δικαιωμάτων της Ελλάδας στον ενεργειακό πλούτο που διαπιστωμένα την περιβάλλει, πρέπει να αποτελεί κύριο και πρωταρχικό στόχο κάθε ελληνικής Κυβέρνησης δεδομένου ότι, εκτός της οικονομικής υπάρχει και η γεωστρατηγική συνιστώσα που θα αναβαθμίσει τη χώρα.

(Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το υπό έκδοση βιβλίο του συγγραφέα με τίτλο: Η Καθ’ Ημάς Θάλασσα – Γεωστρατηγική ανάλυση της Μεσογείου)